Μια ειλικρινής κριτική για την ταινία «Καποδίστριας»: «Θα μπορούσαμε σήμερα να αντέξουμε ξανά έναν τόσο έντιμο άνθρωπο;»
«Ο μόνος αντίπαλος που δύσκολα ηττάται είναι ο απόλυτα έντιμος άνθρωπος»
Με αυτά τα λόγια του Κλέμενς Φον Μέττερνιχ στο μυαλό, ο Στυλιανός Καβάζης μπήκε ανήμερα Πρωτοχρονιάς στην κινηματογραφική αίθουσα για να παρακολουθήσει την πολυσυζητημένη ταινία του Γιάννη Σμαραγδή. Και όπως αναφέρει στο εκτενές άρθρο του, ήταν από εκείνους που στήριξαν και προώθησαν αυτή την κινηματογραφική προσπάθεια με τον πιο εμφατικό τρόπο.
Ωστόσο, η κριτική του είναι ειλικρινής και δεν φοβάται να επισημάνει τις αδυναμίες.
Οι αστοχίες που κόστισαν
Ο δυσανάλογος χώρος του έρωτα: Ο ανεκπλήρωτος έρωτας με τη Ρωξάνδρα Στούρτζα, παρότι ιστορικά υπαρκτός, καταλαμβάνει υπερβολικά μεγάλο μέρος της αφήγησης (7-8 σκηνές που έκοβαν τη ροή), στερώντας χρόνο από την κρίσιμη περίοδο 1827-1831, όταν ο Καποδίστριας έθετε τα θεμέλια του νέου ελληνικού κράτους.
Ο περιττός Καλόγερος: Ο φανταστικός χαρακτήρας του Καλογέρου, που ακολουθεί τον Καποδίστρια από την Κέρκυρα και εξηγεί διαρκώς τα τεκταινόμενα, γίνεται ενοχλητικός. «Ακόμη και τα μικρά παιδιά μου σχολίασαν ότι τους φαινόταν περιττός έως κουραστικός», αναφέρει ο Καβάζης.
Αδύναμες ερμηνείες: Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Παύλος Κοντογιαννίδης ως Γεώργιος Κουντουριώτης, που αναπαριστά τον ρόλο «στα όρια του γραφικού», αποδυναμώνοντας τη δραματική ένταση.
Η σκηνή που «ξένισε»
Ιδιαίτερα προβληματική χαρακτηρίζεται η σκηνή όπου ο Καποδίστριας ζητά χρησμό από μάντη με το όνομα Έλενος. «Ένας άνθρωπος βαθιά ορθολογικός, αυστηρός, εμποτισμένος με την έννοια του καθήκοντος και της θείας πρόνοιας – όχι με μαντείες και χρησμούς – δεν έχει ανάγκη από τέτοιες μυθολογικές υπεκφυγές», επισημαίνει.
Αντί αυτής, προτείνει την ανάδειξη του διαλόγου με τον μονόχειρα και μονόφθαλμο Κρητικό σωματοφύλακα Γεώργιο Κοζώνη, ο οποίος απουσιάζει εντελώς από την ταινία. «Εκεί, χωρίς χρησμούς και συμβολισμούς, βρίσκεται όλη η τραγική αξιοπρέπεια του Καποδίστρια».
Η σωτήρια ερμηνεία του Μυριαγκού
Παρά τις αδυναμίες, η ταινία στέκεται χάρη στη «συγκλονιστική ερμηνεία του Αντώνη Μυριαγκού». «Με εσωτερικότητα και μέτρο, χωρίς θεατρινισμούς, δίνει έναν Καποδίστρια αυστηρό, σιωπηλό, βαθιά μόνο και διαρκώς επιβαρυμένο από το βάρος του καθήκοντος», σημειώνει ο Καβάζης.
Ο Μυριαγκός δεν «ερμηνεύει» απλώς – «τον φέρνει βαθιά μέσα του», γίνεται ο πυλώνας πάνω στον οποίο στηρίζεται όλη η αφήγηση.
Το χειροκρότημα που είπε τα πάντα
Στο τέλος της προβολής, μεγάλο μέρος του κοινού ξέσπασε σε αυθόρμητο χειροκρότημα. «Όχι βέβαια για την κινηματογραφική αρτιότητα ή για την πλήρη ιστορική καταγραφή, αλλά για το μήνυμα, το μέγεθος του Ιωάννη Καποδίστρια. Την υπενθύμιση ότι υπήρξε ένας ηγέτης που έβαλε το κοινό καλό πάνω από τον εαυτό του και πλήρωσε το τίμημα».
Το βαθύτερο ερώτημα
Και καταλήγει με το πιο σημαντικό: «Αν μια ταινία με περιορισμένα μέσα κατάφερε να προκαλέσει τόσο μεγάλο δημόσιο διάλογο και να επαναφέρει τον Ιωάννη Καποδίστρια στο προσκήνιο, τότε το ερώτημα δεν αφορά μόνο τον κινηματογράφο. Αφορά το ίδιο το ελληνικό κράτος».
Ίσως γι’ αυτό ο Καποδίστριας παραμένει τόσο επίκαιρος και τόσο ενοχλητικός – όχι επειδή ανήκει στο παρελθόν, αλλά επειδή εξακολουθεί να μας θέτει ένα αμείλικτο ερώτημα: αν θα μπορούσαμε σήμερα να αντέξουμε ξανά έναν τέτοιο έντιμο άνθρωπο.
Υ.Γ. «Με όλα τα λάθη και τις αδυναμίες της, η ταινία κατάφερε κάτι πολύ σημαντικό – να γίνει αφορμή για διάλογο», καταλήγει ο κύριος Καβάζης. Οικογένειες και νέοι συζητούσαν μετά την προβολή όχι για σκάνδαλα και πολιτικά παιχνίδια, αλλά για έναν από τους σπουδαιότερους Έλληνες ηγέτες, για την ακεραιότητα και την προσφορά του.
Στυλιανός Καβάζης, blogger








