Όταν η πολιτική επιλογή γίνεται πνευματική ρήξη – Άρθρο του π. Σεραφείμ Δημητρίου
Ζούμε σε καιρούς πνευματικής σύγχυσης, όπου πολλοί επιθυμούν να φέρουν ταυτόχρονα δύο ασυμβίβαστες ιδιότητες: εκείνη του πιστού χριστιανού και εκείνη του άκριτου υποστηρικτή πολιτικών επιλογών που προσβάλλουν ευθέως την ιερότητα της ανθρώπινης ζωής. Αυτό όμως δεν είναι δυνατόν να συνεχίζεται χωρίς πνευματικές συνέπειες.
Όταν πολιτικά πρόσωπα και κυβερνητικοί εκπρόσωποι διακηρύσσουν, χωρίς ίχνος ενδοιασμού, ότι «το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω» σε ζητήματα όπως οι αμβλώσεις, τότε δεν μιλάμε απλώς για διαφορετική άποψη. Μιλάμε για την απόλυτη αποθέωση ενός ανθρωποκεντρικού ατομισμού που αποκόπτει τον άνθρωπο από τον Δημιουργό του και ακυρώνει κάθε έννοια ιερότητας της ζωής.
Η πρόσφατη δημόσια συζήτηση, στην οποία γιατρός και πολιτικά πρόσωπα τοποθετήθηκαν με τρόπο που μετατρέπει το έμβρυο σε αντικείμενο διαβούλευσης και όχι σε ανθρώπινη ύπαρξη, φανερώνει το βάθος της πτώσης. Όταν η ζωή τίθεται σε ψηφοφορία, τότε η κοινωνία έχει ήδη απομακρυνθεί επικίνδυνα από κάθε χριστιανικό μέτρο.
Ακούσαμε με λύπη να λέγεται ότι «κάθε άνθρωπος ορίζει το σώμα του», αποσιωπώντας συνειδητά το γεγονός ότι στην άμβλωση δεν πρόκειται για ένα σώμα, αλλά για δύο. Για μια καρδιά που χτυπά. Για μια ζωή που, σύμφωνα ακόμη και με την επιστήμη, υφίσταται. Η ίδια η παιδιατρική γνώση το επιβεβαιώνει: πρόκειται για άνθρωπο εν εξελίξει, όχι για βιολογικό υλικό.
Δεν είναι ζήτημα πολιτικής τοποθέτησης. Είναι ζήτημα πίστεως. Όποιος στηρίζει συνειδητά πολιτικές που νομιμοποιούν ή εξωραΐζουν τη θανάτωση της αγέννητης ζωής, δεν μπορεί ταυτόχρονα να προσέρχεται ανερυθρίαστα στα Ιερά Μυστήρια, χωρίς μετάνοια και χωρίς εσωτερική ρήξη. Η Εκκλησία δεν λειτουργεί με όρους σκοπιμότητας ούτε με «διευκολύνσεις συνειδήσεως».
Η υποκρισία κορυφώνεται όταν οι ίδιοι άνθρωποι που υπερασπίζονται τέτοιες θέσεις εμφανίζονται σε ναούς, λιτανείες και θρησκευτικές τελετές, επιζητώντας κοινωνική ή πολιτική νομιμοποίηση. Η Εκκλησία δεν είναι σκηνικό. Είναι Σώμα Χριστού.
Η ελεύθερη βούληση είναι δώρο Θεού, όχι άλλοθι για την άρνηση της αλήθειας. Και η δημοκρατία δεν μπορεί να μετατρέπεται σε εργαλείο ακύρωσης της ηθικής τάξης. Δεν αποφασίζει η πλειοψηφία αν μια ζωή αξίζει να ζήσει.
Η σιωπή σε αυτά τα ζητήματα δεν είναι ουδετερότητα· είναι συνενοχή. Και η Εκκλησία οφείλει να μιλά, ακόμη κι αν ενοχλεί. Γιατί αν πάψει να υπερασπίζεται τον πιο αδύναμο, τότε θα έχει πάψει να είναι Εκκλησία.








