«Έσβησαν τα φώτα της νύχτας»: Πέθανε ο Λάκης Ραπτάκης, ο άνθρωπος που άλλαξε τη διασκέδαση σε Αθήνα & Θεσσαλονίκη
Θλίψη σκόρπισε η είδηση του θανάτου του Λάκη Ραπτάκη, του επιχειρηματία που συνέδεσε όσο λίγοι το όνομά του με τη νυχτερινή διασκέδαση στην Ελλάδα. Ο Λάκης Ραπτάκης έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 79 ετών, το απόγευμα της Πέμπτης 5 Φεβρουαρίου, στο σπίτι του στη Γλυφάδα, προδομένος από την καρδιά του.
Για περισσότερα από 40 χρόνια, υπήρξε μία από τις πιο εμβληματικές φυσιογνωμίες της νύχτας σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, αυτοχαρακτηριζόμενος πάντα ως «μαγαζοπαίκτης» — ένας άνθρωπος που δεν ακολούθησε απλώς τις τάσεις, αλλά τις δημιούργησε.
Το αποτύπωμα μιας ολόκληρης εποχής
Τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, ο Λάκης Ραπτάκης κυριάρχησε απόλυτα στον χώρο, φτάνοντας στο απόγειο της δραστηριότητάς του να διαχειρίζεται έως και 46 καταστήματα διασκέδασης σε όλη τη χώρα. Για όσους τον γνώρισαν, δεν ήταν απλώς επιχειρηματίας, αλλά ένας άνθρωπος με ένστικτο για το πώς αλλάζει η πόλη, όταν αλλάζει ο ρυθμός της νύχτας.
Ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη στα τέλη της δεκαετίας του ’70, αφήνοντας το πρώτο του στίγμα με τη θρυλική ντίσκο «Tiffany’s». Ακολούθησαν η «Disco 51» στην οδό Προξένου Κορομηλά και στη συνέχεια η επέκταση στην Αθήνα, με μαγαζιά που έγραψαν ιστορία όπως το «Prive», το «Loft», οι «Χάντρες» και η «Αίγλη Ζαππείου».
Συνεργάτες και άνθρωποι της αγοράς επιμένουν πως ο Λάκης Ραπτάκης άλλαξε ριζικά τον τρόπο που διασκέδαζε η Ελλάδα, ιδιαίτερα στις χρυσές δεκαετίες του ’80 και του ’90.
«Ήμουν μαγαζοπαίκτης – αυτό ήταν το πάθος μου»
Ο ίδιος μιλούσε πάντα με πάθος για τη δουλειά του. Σε συνέντευξή του στην εκπομπή «Στούντιο 4», πριν από έναν χρόνο, είχε δηλώσει:
«Ήμουν “μαγαζοπαίκτης”, αυτό ήταν το πάθος μου. Το πρώτο μου μαγαζί το άνοιξα στις αρχές του 1972. Ήταν η πρώτη ντίσκο στη Θεσσαλονίκη, στην Ικτίνου. Είχα πάει στο Λονδίνο και εκεί είδα τις πρώτες ντίσκο».
Εμπνευσμένος από το θρυλικό Studio 54 της Νέας Υόρκης, δημιούργησε τη Disco 51, ενώ το 1988, όταν μεταφέρθηκε στην Αθήνα, όπως έλεγε χαρακτηριστικά, «τα ανατίναξε όλα στη διασκέδαση».
Περιέγραφε μάλιστα πώς οι διάσημοι της εποχής κάθονταν σε ειδικούς πριβέ χώρους, ορατοί αλλά απρόσιτοι, σε μαγαζιά που φιλοξενούσαν έως και 3.000 άτομα κάθε βράδυ. «Δεν υπήρχε ρεπό», έλεγε. «Ήταν Καθαρά Δευτέρα και το μαγαζί ήταν γεμάτο».
Στο «Ακρωτήρι», είχε φιλοξενήσει ακόμη και τη Σάρον Στόουν, με τον ίδιο να θυμάται με χιούμορ: «Είχε μανία με τις γραβάτες. Όποιος φορούσε μία, την έπαιρνε».
«Είμαι για ρεκόρ Γκίνες»
Ο Λάκης Ραπτάκης είχε δημιουργήσει συνολικά 47 μαγαζιά σε όλη την Ελλάδα και συνήθιζε να λέει χαμογελώντας:
«Είμαι για ρεκόρ Γκίνες».
Ο θυελλώδης έρωτας με τη Βάνα Μπάρμπα
Η προσωπική του ζωή απασχόλησε έντονα τη δημοσιότητα, με πιο χαρακτηριστικό κεφάλαιο τον θυελλώδη έρωτά του με τη Βάνα Μπάρμπα, από το 1998 έως το 2000. Η σχέση τους απασχόλησε τα μέσα για την ένταση και τη δημόσια αντιπαράθεση που ακολούθησε τη λήξη της.
Μετά από χρόνια, ωστόσο, οι δυο τους αποκατέστησαν τις σχέσεις τους και παρέμειναν στενοί φίλοι μέχρι το τέλος της ζωής του. Σύμφωνα με τη Βάνα Μπάρμπα, η κηδεία του Λάκη Ραπτάκη θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου, στις 11:00 το πρωί, στον Ιερό Ναό Αγίου Ταξιάρχη στη Γλυφάδα.
Η απώλειά του αφήνει πίσω της ένα τεράστιο κενό, αλλά και μια κληρονομιά που σφράγισε ανεξίτηλα την ελληνική νυχτερινή ζωή. Οι νύχτες μπορεί να άλλαξαν, όμως το όνομα Λάκης Ραπτάκης θα παραμείνει συνδεδεμένο με μια εποχή που δεν επαναλήφθηκε ποτέ.








