«Ντε Γκρες»: Η Απόφαση-Σταθμός του ΣτΕ που κλείνει ένα ιστορικό κεφάλαιο
Μια απόφαση με έντονο συμβολισμό αλλά και σαφείς νομικές προεκτάσεις εξέδωσε το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ), θέτοντας τέλος σε ένα ζήτημα που απασχόλησε τη δημόσια σφαίρα και τη νομική κοινότητα.
Σύμφωνα με την κρίση του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου, δέκα μέλη της πρώην βασιλικής οικογένειας της Ελλάδος έλαβαν συνταγματικά και νόμιμα τόσο την ελληνική ιθαγένεια όσο και το επίθετο «Ντε Γκρες» στις 20 Δεκεμβρίου 2024. Η απόφαση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς επικυρώνει μια διαδικασία που είχε τεθεί υπό αμφισβήτηση.
Η υπόθεση έφτασε ενώπιον του ΣτΕ έπειτα από αίτηση ακύρωσης που κατέθεσε τον Ιούνιο του 2025 ο καθηγητής της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Παναγιώτης Λαζαράτος. Ωστόσο, το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση, κρίνοντας ότι δεν συντρέχει λόγος ακύρωσης της σχετικής διοικητικής πράξης.
Κομβικό σημείο της απόφασης αποτελεί η αποδοχή της χρήσης του επιθέτου «Ντε Γκρες», το οποίο – σύμφωνα με το σκεπτικό του ΣτΕ – δεν προσκρούει ούτε στις διατάξεις του Συντάγματος ούτε στην ισχύουσα νομοθεσία. Με τον τρόπο αυτό, το δικαστήριο ξεκαθαρίζει ότι η επιλογή του συγκεκριμένου επωνύμου δεν εγείρει ζητήματα αντισυνταγματικότητας ή θεσμικής εκτροπής.
Μετά τη δημοσίευση της απόφασης, τα μέλη της πρώην βασιλικής οικογένειας αποκτούν πλήρως τα δικαιώματα και τις ιδιότητες που απορρέουν από την ελληνική ιθαγένεια, όπως αυτή προβλέπεται στο πλαίσιο της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Συντάγματος. Πρόκειται για μια εξέλιξη που κλείνει οριστικά μια εκκρεμότητα δεκαετιών, επανακαθορίζοντας τη νομική τους σχέση με το ελληνικό κράτος.
Πέρα από τη στενή νομική της διάσταση, η απόφαση αυτή έχει και έναν ευρύτερο συμβολικό χαρακτήρα. Αγγίζει ζητήματα ιστορικής συνέχειας, θεσμικής μνήμης και ταυτότητας, υπενθυμίζοντας ότι ακόμη και τα πιο φορτισμένα πολιτειακά ζητήματα μπορούν να επιλυθούν μέσα από τις διαδικασίες του κράτους δικαίου.
Σε κάθε περίπτωση, η ετυμηγορία του ΣτΕ αποτελεί σημείο αναφοράς για το μέλλον, όχι μόνο για τα συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική έννομη τάξη αντιμετωπίζει σύνθετα ζητήματα ιστορίας, δικαίου και πολιτικής.








