Το γράμμα του Νικηταρά στον Καποδίστρια: Γιατί οι ήρωες του 1821 τον κατάλαβαν & εμείς ακόμη δυσκολευόμαστε
Υπάρχουν κείμενα που δεν διαβάζονται απλώς∙ σε κοιτούν κατάματα. Ένα τέτοιο κείμενο είναι η επιστολή του Νικηταρά του Τουρκοφάγου προς τον Ιωάννη Καποδίστρια, γραμμένη στις 26 Ιανουαρίου 1828 από το στρατόπεδο της Μεσσηνίας. Δεν πρόκειται μόνο για ένα ιστορικό ντοκουμέντο, αλλά για μια συμπυκνωμένη μαρτυρία πολιτικής σκέψης, ήθους και κοσμοαντίληψης.
Ο Νικηταράς απευθύνεται στον Κυβερνήτη όχι με τη γλώσσα του υπηκόου ούτε με το ύφος του αυλοκόλακα. Τον προσφωνεί με βαθύ σεβασμό και ξεκινά με επίκληση στον Θεό:
«Ο έφορος των Δικαίων Θεός, επαρηγόρησε το ελληνικόν έθνος, και απέστειλε τον Σωτήραν του».
Για τον σύγχρονο αναγνώστη αυτό μπορεί να ακούγεται υπερβολικό. Για τον άνθρωπο του 1821 όμως ήταν αυτονόητο. Η Ιστορία δεν ήταν ουδέτερη διαδικασία· ήταν πεδίο όπου το δίκαιο και το άδικο είχαν υπαρξιακό βάρος.
Ο Νικηταράς δεν γράφει ως πολίτης ενός οργανωμένου κράτους, ούτε ως ιδεολόγος. Γράφει ως άνθρωπος που έζησε τη διάλυση: εμφύλιες συγκρούσεις, φτώχεια, αβεβαιότητα, απουσία διοίκησης. Και βλέπει, για πρώτη φορά, την πιθανότητα μιας τάξης. Γι’ αυτό και ομολογεί κάτι που σήμερα μοιάζει σχεδόν αδιανόητο:
ότι «η μόνη σου παρουσία» αρκεί για να ασφαλίσει την πατρίδα «από τους αναριθμήτους και φοβερούς κινδύνους».
Όταν ο Καποδίστριας φτάνει στην Ελλάδα, δεν παραλαμβάνει ένα κράτος σε κρίση, αλλά έναν χώρο εξαντλημένο. Χωρίς ενιαία διοίκηση, χωρίς σταθερή δικαιοσύνη, χωρίς κοινό νόμισμα. Οι άνθρωποι που τον στήριξαν –με πρώτους τον Κολοκοτρώνη και τον Νικηταρά– δεν το έκαναν επειδή αγνοούσαν την ελευθερία, αλλά επειδή είχαν μάθει πόσο εύκολα η ελευθερία αυτοκαταστρέφεται όταν δεν συνοδεύεται από τάξη.
Ο Καποδίστριας δεν ήταν αντίπαλος της συνταγματικής προοπτικής, όπως συχνά παρουσιάζεται. Άλλο αναστολή κι άλλο κατάργηση – όποιος αγνοεί τη διαφορά, ας ανατρέξει στον Μπαμπινιώτη. Πίστευε όμως ακράδαντα ότι χωρίς στοιχειώδες κράτος, το Σύνταγμα θα έμενε κενό γράμμα. Και αυτό δεν ήταν αυταρχισμός· ήταν ρεαλισμός ιστορικής επιβίωσης.
Σε αντίθεση με πολλούς ευρωπαϊκούς εκσυγχρονισμούς της εποχής, ο Καποδίστριας δεν αντιμετώπισε την ελληνική ιστορία ως βάρος. Το Βυζάντιο, η Ορθοδοξία, οι κοινοτικές εμπειρίες του Γένους ήταν για εκείνον πρώτες ύλες κρατικής συγκρότησης, όχι εμπόδια. Δεν μιμήθηκε, δεν αποκόπηκε, δεν ζήτησε άδεια για να υπάρξει. Και γι’ αυτό έγινε ενοχλητικός.

Η πολιτική του αντίληψη δεν χωρά εύκολα στα σχήματα του Διαφωτισμού. Δεν μιλά για τον αυτάρκη ατομιστή ούτε για την ανώνυμη μάζα, αλλά για το πρόσωπο: ελεύθερο μέσα στη σχέση, υπεύθυνο εντός κοινότητας. Η πολιτική, σε αυτή τη λογική, δεν είναι απλώς διαχείριση δικαιωμάτων, αλλά συγκρότηση κοινού κόσμου.
Ίσως γι’ αυτό και η αναφορά στον Καποδίστρια ως «Άγιο της πολιτικής» εξακολουθεί να ενοχλεί. Όχι επειδή είναι υπερβολική, αλλά επειδή υπενθυμίζει ότι η πολιτική θα μπορούσε να είναι κάτι περισσότερο από επάγγελμα. Δεν πλούτισε. Δεν δημιούργησε δυναστεία. Δεν κυβέρνησε για να μείνει στην εξουσία. Δολοφονήθηκε. Και αυτό αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ιστορικής του σημασίας.
Οι αγωνιστές του 1821 τον κατάλαβαν, γιατί έβλεπαν την πολιτική ως ευθύνη απέναντι στην ιστορία και όχι ως τεχνική εξουσίας. Εμείς, δύο αιώνες μετά, έχουμε περισσότερη θεωρία, περισσότερα εργαλεία και λιγότερη βεβαιότητα για το τι σημαίνει να χτίζεις κράτος χωρίς να χάνεις τον εαυτό σου.
Ίσως γι’ αυτό ο Καποδίστριας παραμένει ενοχλητικός.
Όχι επειδή ανήκει στο παρελθόν, αλλά επειδή εξακολουθεί να μας ρωτά σιωπηλά αν θα μπορούσαμε –και αν μπορούμε ακόμη– να επιλέξουμε άλλον δρόμο.
Στυλ. Καβάζης








