Το ελληνικό καλοκαίρι & ο τουρισμός που ακροβατεί – Η Σκιάθος δεν πρέπει να γίνει Μύκονος
Το καλοκαίρι βρίσκεται στην κορύφωσή του και χιλιάδες άνθρωποι αναζητούν λίγες ημέρες ξεγνοιασιάς στις ελληνικές θάλασσες. Μέσα σε αυτό το κλίμα, ακούγεται όλο και πιο συχνά η άποψη ότι η Σκιάθος, σε ορισμένες περιπτώσεις, προσπαθεί να ακολουθήσει το «μοντέλο της Μυκόνου». Πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, για μια επικίνδυνη σύγκριση και μια λανθασμένη κατεύθυνση.
Η Μύκονος είναι ένας παγκόσμιος τουριστικός προορισμός που επέλεξε να επενδύσει στον τουρισμό πολυτελείας, απευθυνόμενη σε επισκέπτες με πολύ υψηλά εισοδήματα. Η Σκιάθος, όμως, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Δεν είναι ένα απρόσωπο νησί. Εδώ και δεκαετίες στηρίζεται, σε μεγάλο βαθμό, στους ίδιους επισκέπτες, οι οποίοι την επιλέγουν ξανά και ξανά, γνωρίζουν τους ανθρώπους της, τις επιχειρήσεις της και έχουν παρακολουθήσει την εξέλιξή τους από τα πρώτα τους βήματα.
Αυτοί οι άνθρωποι έχουν ζήσει τη σταδιακή αύξηση των τιμών, αλλά και τη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών. Γι’ αυτό και η Σκιάθος δεν χρειάζεται να γίνει Μύκονος. Έχει τη δική της ιστορία, τη δική της φυσιογνωμία και τη δική της ψυχή.
Η βασίλισσα των Σποράδων δεν έγινε γνωστή για τις υπέρογκες χρεώσεις. Έγινε γνωστή για τις καταγάλανες παραλίες της, τα πευκοδάση που αγγίζουν τη θάλασσα, την αυθεντική φιλοξενία των ανθρώπων της και την ποιότητα των διακοπών που προσφέρει σε κάθε οικογένεια, σε κάθε ζευγάρι και σε κάθε επισκέπτη που αναζητά την αυθεντική Ελλάδα.
Κι όμως, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται ένα ανησυχητικό φαινόμενο. Κάποιοι θεωρούν ότι η επιτυχία μετριέται μόνο με τις αυξήσεις στις τιμές. Ότι όσο ακριβότερες γίνονται οι ξαπλώστρες, τα ποτά και οι υπηρεσίες εστίασης, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάπτυξη. Είναι όμως πραγματικά έτσι;
Όταν μια απλή ημέρα στην παραλία κοστίζει όσο ένα σημαντικό μέρος του μηνιαίου εισοδήματος μιας οικογένειας, τότε κάτι έχει χαθεί. Ο τουρισμός δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην υπερβολή και στην εύκολη είσπραξη. Οι επισκέπτες έχουν επιλογές. Και όταν αισθανθούν ότι δεν υπάρχει σεβασμός απέναντι στα χρήματά τους, θα αναζητήσουν άλλους προορισμούς.
Οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας δεν έχτισαν τον ελληνικό τουρισμό με αριθμομηχανές. Τον έχτισαν με ένα ποτήρι κρύο νερό, με ένα χαμόγελο, με μια κουβέντα από καρδιάς και με τη φιλοξενία που έκανε τον ξένο να αισθάνεται σαν στο σπίτι του. Αυτή ήταν η μεγαλύτερη διαφήμιση της Ελλάδας.
Σήμερα, δυστυχώς, σε αρκετές περιπτώσεις η φιλοξενία κινδυνεύει να υποχωρήσει μπροστά στους οικονομικούς δείκτες. Το μόνο που φαίνεται να έχει σημασία είναι το ισοζύγιο στο τέλος της ημέρας. Όμως ο τουρισμός δεν είναι μόνο ταμείο. Είναι εικόνα, φήμη, εμπειρία και μια σχέση εμπιστοσύνης που χτίζεται με τον επισκέπτη και διατηρείται στον χρόνο.
Η Σκιάθος δεν χρειάζεται να ανταγωνιστεί τη Μύκονο. Πρέπει να προστατεύσει αυτό που την έκανε μοναδική: τη φυσική της ομορφιά, την αυθεντικότητα, την οικογενειακή της παράδοση και τη φιλοξενία της. Αυτά είναι που φέρνουν τον επισκέπτη ξανά και ξανά στο νησί.
Ας μην παρασυρθούμε από το πρόσκαιρο κέρδος. Οι «φούσκες» κάποτε σπάνε. Αν χαθεί η ταυτότητα της Σκιάθου, θα είναι πολύ δύσκολο να ανακτηθεί.
Ο τουρισμός αποτελεί τη βαριά βιομηχανία της Ελλάδας. Χτίστηκε με θυσίες, κόπο και αγάπη από γενιές ανθρώπων. Δεν έχουμε το δικαίωμα να τον μετατρέψουμε σε έναν χάρτινο πύργο που θα καταρρεύσει με το πρώτο δυνατό κύμα.
Η Σκιάθος δεν πρέπει να γίνει Μύκονος. Πρέπει να παραμείνει η αυθεντική Σκιάθος. Και αυτή είναι η μεγαλύτερη δύναμή της.
ΥΓ.
Θα ήθελα να προσθέσω ακόμη κάτι που θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό. Η Σκιάθος έχει να προσφέρει πολύ περισσότερα από έναν όμορφο τουριστικό προορισμό. Έχει να μεταδώσει αξίες, τόσο στους Έλληνες όσο και στους επισκέπτες από το εξωτερικό. Δεν πρέπει να χωρίζουμε τους ανθρώπους σε «Έλληνες» και «τουρίστες», ούτε να αντιμετωπίζουμε τον έναν διαφορετικά από τον άλλον. Όλοι αξίζουν τον ίδιο σεβασμό, την ίδια φιλοξενία και την ίδια ανθρώπινη συμπεριφορά.
Θυμάμαι τα λόγια μιας αγιορείτικης μορφής του Αγίου Όρους, που συνοψίζουν αυτή τη φιλοσοφία: «Όλοι δίνουμε τις εξετάσεις μας ως άνθρωποι απέναντι στον εαυτό μας και απέναντι στους συνανθρώπους μας.»
Ίσως αυτή η φράση να είναι τελικά και η καλύτερη πυξίδα για τον τουρισμό που θέλουμε να υπηρετούμε.
Γιάννης Αποστολίδης








