Στο ταπεινό σπίτι όπου σίγησε ο Παπαδιαμάντης – Μια συγκλονιστική μαρτυρία από τη Σκιάθο
Σκιάθος, 1η Αυγούστου 1930.
Ένα μικρό, ασπρισμένο σπίτι στέκει ακόμη όρθιο, φορτωμένο μνήμη και σιωπή. Είναι το σπίτι του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Εκεί όπου ο λόγος του μεγάλου πεζογράφου σώπασε για πάντα, αλλά η παρουσία του μοιάζει ακόμη ζωντανή.
Η γριά αδερφή του, λιγνή, ψηλή, μελαχρινή, με κάτι από «βυζαντινή ράτσα», μιλούσε για εκείνον με δάκρυα στα μάτια. Το σπίτι καθαρό, λιτό, σχεδόν ασκητικό. Στην κάμαρα όπου πέθανε, μια μεγαλωμένη φωτογραφία του κρεμασμένη στον τοίχο. Από το παράθυρο ως το μικρό σκιαθίτικο τζάκι, ένα στρώμα κατάχαμα, σκεπασμένο με ένα κιλίμι. Πάνω σ’ αυτό άφησε την τελευταία του πνοή, αφού πρώτα ζήτησε να τον σηκώσουν και να τον καθίσουν κοντά στη φωτιά.
Κι όμως, μέσα σε αυτή την απόλυτη λιτότητα, ένα στοιχείο ξεχωρίζει: το μοναδικό βιβλίο πάνω στο τραπέζι. Μια φτηνή αγγλική έκδοση του Σαίξπηρ (Omnibus). Ο Παπαδιαμάντης, φτωχός στα υλικά, πλούσιος στο πνεύμα, συνομιλούσε στο τέλος της ζωής του με έναν άλλο παγκόσμιο δημιουργό.
Τη συγκλονιστική αυτή εικόνα μας τη μεταφέρει ο Γιώργος Σεφέρης, μέσα από το ημερολόγιό του «Μέρες Α’» (1925–1931), φωτίζοντας όχι μόνο τον χώρο, αλλά και το ήθος του Παπαδιαμάντη: την ταπεινότητα, τη σιωπηλή αξιοπρέπεια, τη βαθιά πνευματικότητα.
Το απόσπασμα αυτό, που ανασύρθηκε και δημοσιεύτηκε από τον Γιώργο Ευσταθίου (πηγή: Facebook Γιώργος Ευσταθίου), λειτουργεί σαν ένα παράθυρο στον χρόνο. Μας θυμίζει ότι οι μεγάλοι δημιουργοί δεν χρειάζονται μνημεία πολυτελείας· αρκεί ένα στρώμα κατάχαμα, μια φωτιά που σβήνει και ένα βιβλίο ανοιχτό, για να μείνουν αθάνατοι.








