Όταν η Αγία Σοφία «ξαναμίλησε» ελληνικά: Η μέρα που ο Βόσπορος έμοιαζε με Ανάσταση
Χθες, 19 Ιανουαρίου, η μνήμη γυρίζει έναν αιώνα πίσω.
19 Ιανουαρίου 1919. Μια ημερομηνία που για τους Ρωμιούς της Κωνσταντινούπολης δεν ήταν απλώς ιστορική· ήταν υπόσχεση, δάκρυ και ελπίδα μαζί.
Λίγο πριν χαράξει, οι ψαράδες ξεχύθηκαν στα ρωμαίικα σοκάκια φωνάζοντας τον κόσμο να κατέβει στο λιμάνι.
«Ημέρα Ανάστασης!»
Και πράγματι, έτσι έμοιαζε.
Το «Αβέρωφ» και το φως της προσμονής
Ο χειμωνιάτικος ήλιος φώτιζε το θωρηκτό «Αβέρωφ», φόβο και τρόμο των Τούρκων, καθώς έμπαινε περήφανο στο λιμάνι της Πόλης, συνοδευόμενο από τα αντιτορπιλικά «Πάνθηρ», «Αετός» και «Ιέραξ».
Οι σειρήνες τους δεν ήταν απλώς ήχος. Ήταν κραυγή αιώνων. Ήταν η φωνή των σκλαβωμένων νεκρών που περίμεναν δικαίωση.
Το λιμάνι γέμισε ανθρώπους. Ζητωκραυγές, δάκρυα, κεριά και δάδες.
Ο «Αβέρωφ» σημαιοστολίστηκε με γαλανόλευκα, που ενώθηκαν με το γαλάζιο του ουρανού και έγιναν φως Αναστάσεως.
Και τότε ακούστηκε ο Εθνικός Ύμνος. Το βοσπορινό αγέρι τον πήρε και τον σκόρπισε σε κάθε ρωμαίικο σπίτι, σε κάθε άρρωστο και ανήμπορο, σε κάθε ψυχή που δεν άντεχε άλλο να ελπίζει.
Η πορεία προς την Αγία Σοφία
Μέσα στο παραλήρημα, μια μικρή βάρκα πλησίασε. Μπροστάρης, ένας παπάς.
Ο παπά Λευτέρης.

Το πλήθος άνοιγε δρόμο σχεδόν ασυνείδητα, σαν να υπάκουε σε ουράνια εντολή. Και τότε φάνηκε μπροστά τους, λουσμένη στο φως, η Αγία Σοφία.
Ο ήλιος σχημάτιζε πάνω στον τρούλο της ένα τεράστιο χρυσό φωτοστέφανο. Έμοιαζε να αιωρείται, σαν να την κρατούσαν αγγελικά χέρια.
Ρωμιοί έκλαιγαν. Τούρκοι κοιτούσαν αποσβολωμένοι. Κάποιοι εξαγριώθηκαν, μα ένας ανώτερος Τούρκος αξιωματικός πρόλαβε την έκρηξη και απέτρεψε τα χειρότερα.
Στην Αυτοκρατορική Πύλη, όσοι βρίσκονταν κοντά ορκίζονταν πως είδαν την κλειδωμένη θύρα να ανοίγει μόνη της. Άλλοι μιλούσαν για Άγγελο Κυρίου. Άλλοι για την ίδια την Παναγιά.
Η λειτουργία μετά το 1453
Και τότε ακούστηκε το «Υπερμάχω Στρατηγώ».
Μια φωνή, χιλιάδες ψυχές.
Στην Αγία Σοφία ακούστηκε το Ιερό Ευαγγέλιο για πρώτη φορά μετά το 1453.
Η λειτουργία ολοκληρώθηκε μέσα σε τεταμένη σιωπή και συγκρατημένη οργή. Καθώς αποχωρούσαν, ένας θηριώδης Τούρκος σήκωσε ξύλο για να χτυπήσει τον παπά. Όσοι είδαν τη σκηνή έλεγαν πως χέρι αγγέλου τον τράβηξε την τελευταία στιγμή. Το χτύπημα βρήκε τον ώμο του και έπεσε μέσα στη βάρκα.
Ο παπά Λευτέρης είχε κάνει το χρέος του.
Η πικρή αναχώρηση
Όλη τη μέρα οι Ρωμιοί καμάρωναν τα ελληνικά πλοία, περιμένοντας την απελευθέρωση. Όταν όμως βράδιασε, τα είδαν να αναχωρούν.
Όχι για την Πόλη.
Για την Κριμαία, να πολεμήσουν τους Μπολσεβίκους.
Η χαρά έγινε κόμπος. Το γέλιο φαρμάκι.
Κι όμως, η γιαγιά Κυριακή ψιθύριζε: «Θα γυρίσουν…».
Κανείς δεν την πίστεψε. Μα, όπως έλεγαν, αλίμονο στον άνθρωπο που ζει χωρίς ελπίδα.
Ο παπά Λευτέρης
Η λειτουργία τελέστηκε από τον στρατιωτικό ιερέα Λευτέρη Νουφράκη, που συμμετείχε στην Ελληνική Εκστρατεία στην Κριμαία.
Πέθανε αργότερα στους Αμπελόκηπους από κρυοπαγήματα που υπέστη στην Αλβανία, όπου πήγε να πολεμήσει ως εθελοντής, παρότι ήδη συνταξιούχος.
Ένας παπάς.
Μια λειτουργία.
Και μια μέρα που η Αγία Σοφία θύμισε σε όλους πως η Ιστορία δεν ξεχνά — απλώς περιμένει.








