Ο Δρ. Δημήτρης Μεταλληνός υιός του αειμνήστου Θεολόγου & Ιεροκήρυκα Γεώργιου τοποθετείται περί…Παιδείας & Θρησκευμάτων
Παιδείας και Θρησκευμάτων…
Με αφορμή τις πρόσφατες δηλώσεις, άρα και προθέσεις, Υπουργού της Κυβέρνησης, περί απάλειψης του όρου «Θρησκευμάτων» από την ονομασία του Υπουργείου Παιδείας, θα θέλαμε να καταθέσουμε ορισμένες σκέψεις, απόρροια της πολύχρονης ενασχόλησής μας με τις σχέσεις Εκκλησίας – Πολιτείας.

Η διατήρηση του όρου «Θρησκευμάτων» στην ονομασία του Υπουργείου ΕΘΝΙΚΗΣ Παιδείας δεν αποτελεί απλώς μια τυπική επιλογή, αλλά έχει βαθύτερη ιστορική, πολιτιστική, παιδαγωγική και θεολογική σημασία.
Η ελληνική παιδεία συνδέθηκε διαχρονικά με την εκκλησιαστική/θρησκευτική παράδοση. Από τα χρόνια της Ρωμανίας/Βυζαντίου, η παιδεία δεν νοούνταν μόνο ως μετάδοση γνώσεων (εκπαίδευση), αλλά πρωτίστως ως καλλιέργεια ήθους και πνευματικότητας (παιδεία). Τα γράμματα και η πίστη συμπορεύονταν, καθώς η μόρφωση αποσκοπούσε στη διαμόρφωση ολοκληρωμένων προσωπικοτήτων. Η σχέση αυτή διατηρήθηκε και εντάθηκεστα χρόνια της Δουλείας (Αραβοκρατία, Φραγκοκρατία και Τουρκοκρατία), όταν η Εκκλησία διαδραμάτισε πρωτεύοντα ρόλο ως Εθναρχία, στη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας, της εθνικής συνείδησης και της παιδείας του υπόδουλου ελληνισμού. Η συμβολή των σχολείων, που συνδέονταν στην ολότητά τους με την Εκκλησία, αλλά και η δράση κληρικών και λογίων, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ιστορικής μας μνήμης.
Επιπλέον, η σύνδεση παιδείας και Εκκλησίας/θρησκείας υπήρξε ουσιώδης και στη διαμόρφωση του νεοελληνικού κράτους. Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 συνδέθηκε στενά με την ορθόδοξη παράδοση και το ιδανικό της ελευθερίας. Οι αγωνιστές πολεμούσαν «Υπέρ Πίστεως και Πατρίδος». Η θρησκευτική πίστη λειτούργησε ως στοιχείο ενότητας και αντοχής. Επομένως, η διατήρηση του όρου «Θρησκευμάτων» αντανακλά και τη συγκεκριμένη ιστορική συνέχεια.
Ένα ακόμη σημαντικό επιχείρημα είναι ο παιδαγωγικός χαρακτήρας της θρησκευτικής διάστασης στην εκπαίδευση. Η παιδεία δεν περιορίζεται στην απόκτηση πληροφοριών ή επαγγελματικών δεξιοτήτων. Στόχος της είναι και η ηθική καλλιέργεια, η ανάπτυξη αξιών, η αναζήτηση νοήματος και η διαμόρφωση υπεύθυνων πολιτών. Η θρησκευτική (για εμάς τους Ρωμηούς εκκλησιαστική) σκέψη, έχει συμβάλει διαχρονικά στον προβληματισμό γύρω από την ελευθερία, τη δικαιοσύνη, την αγάπη, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την κοινωνική αλληλεγγύη. Η αναφορά στα θρησκεύματα, επομένως, αναγνωρίζει τη συμβολή αυτής της διάστασης στην αγωγή του ανθρώπου.
Από θεολογική σκοπιά, η ορθόδοξη παράδοση αντιλαμβάνεται την παιδεία ως καλλιέργεια ολοκλήρου του ανθρώπου. Η έννοια της «παιδείας» στην Πατερική σκέψη συνδέεται με τη διαμόρφωση ήθους, την αναζήτηση αληθείας και τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Στην προοπτική αυτή, η χρήση και παρουσία του όρου «Θρησκευμάτων», υποδηλώνει ότι η εκπαίδευση δεν αντιμετωπίζεται αποκλειστικά τεχνοκρατικά, αλλά αναγνωρίζεται και η ψυχοπνευματική διάσταση του ανθρώπου.
Παράλληλα, η διατήρηση του όρου δεν σημαίνει επιβολή συγκεκριμένης πίστης, αλλά μπορεί να νοηθεί ως αναγνώριση της σημασίας του θρησκευτικού φαινομένου γενικότερα. Ενώ στα πρώτα χρόνια του νεοελληνικού κράτους θεσμοθετήθηκε «Γραμματεία (Υπουργείο) Εκκλησιαστικών», αυτό εξελίχθηκε σε «Θρησκευμάτων» συμπεριλαμβάνοντας όλες τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των Ελλήνων πολιτών, μια φαινομενικά δημοκρατική απόφαση, η οποία όμως εμπεριέχει κι άλλες θεσμικές παραμέτρους, με τις οποίες θα ασχοληθούμε σε επόμενο κείμενό μας. Στον σύγχρονο, μάλιστα, κόσμο, όπου η κατανόηση διαφορετικών θρησκειών και πολιτισμών είναι απαραίτητη για τον διάλογο και την ειρηνική συνύπαρξη, η θρησκευτική παιδεία αποκτά ιδιαίτερη αξία. Άρα, ο όρος«Θρησκευμάτων» μπορεί να εκφράζει όχι μόνο παράδοση,αλλά κυρίως πνεύμα θρησκευτικού/πολιτισμικού πλουραλισμού.
Στη διαλεκτική αυτή, οφείλουμε να αναφέρουμε και τη θεσμική προσέγγιση του ζητήματος. Η χρήση και παρουσία του συγκεκριμένου όρου (Θρησκευμάτων), δηλώνει ότι η Ελληνική (!) Πολιτεία αναγνωρίζει τη σημασία των θρησκευτικών ζητημάτων, μεριμνά για τη θρησκευτική ελευθερία, για τα δικαιώματα των πιστών και για τις σχέσεις της με τις θρησκευτικές κοινότητες. Δεν πρόκειται μόνο για (ιστορικό) συμβολισμό, αλλά και για αναφορά σε συγκεκριμένο πεδίο ευθύνης του κράτους και μάλιστα στον διαχρονικά αρχαιότερο θεσμό (Εκκλησία/Θρησκεία), που διέσωσε το (ελληνικό) έθνος, προκειμένου να δημιουργηθεί το νεοσύστατο «έθνος κράτος» (1830).
Θα μπορούσε επίσης να υποστηριχθεί και το επιχείρημα, ότι η απάλειψη του όρου θα αποτελούσε μια μορφή αποκοπής από την ιστορική και πολιτισμική ταυτότητα της ελληνικής παιδείας. Ιδιαίτερα σε μια εποχή όπου παρατηρείται κρίση αξιών και πνευματικός αποπροσανατολισμός, όπου κυριαρχεί το πνεύμα τουυλισμού και του έντονου ατομικισμού, η διατήρηση της αναφοράς στα θρησκεύματα (άρα και στην Εκκλησία) λειτουργεί ως διαρκής υπενθύμιση, ότι η εκπαίδευση οφείλει να υπηρετεί και υψηλότερα ιδανικά και να καθίσταται παιδεία.
Η διατήρηση του όρου «Θρησκευμάτων» μπορεί να ιδωθεί και ως σεβασμός προς την ιστορική και εθνική παράδοση, χωρίς να αποκλείεται ο εκσυγχρονισμός. Εξάλλου η ελληνική περίπτωση δεν αποτελεί εξαίρεση, αφού αρκετά δυτικά κράτη περιέχουν τον όρο, όπως το Ισραήλ (Υπουργείο Θρησκευτικών Υποθέσεων), η Νορβηγία (Υπουργείο Εκπαίδευσης και Θρησκευτικών Υποθέσεων), ορισμένα κρατίδια (Länder) της Γερμανίας, όπου υπάρχουν υπουργεία τύπου Kulturministerium(υπουργεία πολιτισμού), αλλά και σε ορισμένα καντόνια, όπου διατηρείται ο θρησκειακός προσδιορισμός στα αντίστοιχα υπουργεία εκπαίδευσης (αφού δεν υπάρχει η έννοια της παιδείας). Η πραγματικότητα αποδεικνύει ότι ουσιαστικά μόνο η Ελλάδα και το Ισραήλ έχουν ενωμένους (ακόμη) τους δύο ιστορικούς θεσμούς, δηλ. το Κράτος και την επίσημη θρησκεία τους. Κι αυτό, διότι ο δεύτερος θεσμός προϋπήρξε επί μακρόν του πρώτου και διέσωσε το έθνος, προκειμένου να δημιουργηθεί «έθνος κράτος».
Αυτά τα αυτονόητα – για όσους γνωρίζουν γιατί είναι Έλληνες – οφείλουν να υπηρετούν όσοι αναλαμβάνουν τη διακυβέρνηση ενός ιστορικού λαού, που συμπορεύεται είτε έχει, είτε δεν έχει κράτος, με τον «Θεό της Ελλάδος»…
Διδάκτωρ Δημήτριος Μεταλληνός







