Νικόλαος Πλανάς: Ο παπάς που είχε για περιουσία του τα ονόματα των ανθρώπων
Δεν γνώριζε τι θα πει πρωινό ρόφημα.
Δεν ήξερε τι σημαίνει συνεχής, βαθύς ύπνος.
Ο παπά Νικόλας Πλανάς ζούσε αλλιώς.
Είχε το ιερό συνήθειο να μνημονεύει με τις ώρες τα ονόματα των ανθρώπων — πρώτα των νεκρών και ύστερα των ζωντανών. Στεκόταν πάντα όρθιος. Συχνά νηστικός. Άλλοτε νήστευε μέρες ολόκληρες. Το σώμα του εξαντλημένο, αλλά το βλέμμα του φωτεινό.
Κατά το συνήθειό του, μνημόνευε πρώτα Πατριάρχες, Μητροπολίτες, Ιερείς και Διακόνους. Κι έπειτα άνοιγε τον αληθινό του θησαυρό: εκατοντάδες μικρά χαρτάκια με ονόματα. Τα κουβαλούσε μόνιμα πάνω του. Τα είχε τακτοποιήσει σε δύο μεγάλες μαντήλες· τις έδενε σταυρωτά και τις φύλαγε στον κόρφο του.

Στη μία μαντήλα είχε τα ονόματα των νεκρών.
Στην άλλη των ζωντανών.
Κάποτε τον ρώτησαν:
— Τι είναι αυτά τα μποξαδάκια που φυλάς στον κόρφο σου, παππούλη;
Κι εκείνος αποκρίθηκε απλά:
— Τα γράμματά μου είναι και τα συμβόλαια. Αυτά έχω εγώ για περιουσία.
Για τον κόσμο, ήταν χαρτάκια. Για εκείνον, ήταν ψυχές.
Μια άλλη φορά τον πείραξε κάποιος:
— Και γιατί, παπά Νικόλα, βρίσκεσαι συνέχεια στην εκκλησία;
— Και του λόγου σου, κυρ-Σπύρο, όταν ανοίγεις το κατάστημά σου στην Ερμού, γιατί μένεις με τις ώρες εκεί;
— Το ίδιο πράγμα είναι, παπά Νικόλα;
— Έτσά κι ακόμα πιο αναγκαίο! Για μένα η εκκλησία είναι το σπίτι μου και οι ακολουθίες η τροφή μου. Πες το πρωινό, το μεσημεριανό και το βραδινό μου!
Δεν ζούσε για να ξεκουράζεται. Ζούσε για να μνημονεύει.
Δεν αποταμίευε χρήματα. Αποταμίευε ονόματα.
Δεν είχε περιουσία. Είχε προσευχή.

Κι έτσι, ο ταπεινός ιερέας της Αθήνα έγινε πλούσιος με τον μόνο πλούτο που δεν χάνεται: την αγάπη για τους ανθρώπους — ζωντανούς και κεκοιμημένους.
Ίσως τελικά να μην του έλειψε ποτέ ούτε πρωινό ρόφημα ούτε ύπνος.
Γιατί είχε βρει κάτι βαθύτερο για να τον κρατά άγρυπνο:
Την ευθύνη να θυμάται.








