Μάρκος Μπότσαρης: Έζησε σαν Άγιος – Πέθανε σαν Ήρωας
Ο Μάρκος Μπότσαρης δεν υπήρξε απλώς ένας από τους ενδοξότερους αγωνιστές της Ελληνικής Επανάστασης. Υπήρξε μορφή βαθιά ορθόδοξη, άνθρωπος της πίστης, του χρέους και της αυτοθυσίας· από εκείνους που με τη ζωή και τον θάνατό τους μαρτυρούν ότι η ελευθερία του Έθνους δεν μπορεί να αποκοπεί από την πίστη στον Χριστό.
Γεννημένος στο Σούλι, γόνος της ιστορικής οικογένειας των Μποτσαραίων, υιός του Κίτσου και ανιψιός του Νότη, μεγάλωσε μέσα σε μια κοινωνία όπου η Ορθοδοξία δεν ήταν τυπικό σχήμα, αλλά καθημερινή πράξη. Οι Σουλιώτες, αρβανιτόφωνοι στο ιδίωμα αλλά Έλληνες στην εθνική τους συνείδηση, αντιλαμβάνονταν την πατρίδα και την πίστη ως αδιάσπαστη ενότητα. Μέσα σε αυτό το πνευματικό περιβάλλον ανδρώθηκε ο Μάρκος, ως άνθρωπος ευθύνης και προσφοράς.
Πολύ νωρίς φανερώνει αρετές που υπερβαίνουν τον συνήθη πολεμικό χαρακτήρα. Συγχωρεί τον φονιά του πατέρα του, όχι από αδυναμία, αλλά από χριστιανική συνείδηση και εθνική ωριμότητα, για να διαφυλαχθεί η ενότητα του Σουλίου. Η πράξη αυτή, σπάνια ακόμη και σε καιρό ειρήνης, αποκαλύπτει άνθρωπο που ζούσε το Ευαγγέλιο έμπρακτα, ακόμη και μέσα στη φωτιά του πολέμου.
Παρά την περιορισμένη τυπική του μόρφωση, ο Μπότσαρης διαθέτει πνευματική καλλιέργεια ουσίας. Σε ηλικία μόλις δεκαεννέα ετών, κατά την παραμονή του στην Κέρκυρα, συντάσσει το «Λεξικόν της Ρωμαϊκής και Αρβανητηκής Απλής», γραμμένο με ελληνικούς χαρακτήρες. Το έργο αυτό μαρτυρεί μέριμνα για τη γλωσσική και εθνική συνοχή των Ελλήνων και φανερώνει άνθρωπο που αντιλαμβανόταν την αποστολή του όχι μόνο ως πολέμαρχος, αλλά και ως ποιμένα ψυχών.
Με την έκρηξη της Επανάστασης το 1821, τίθεται αμέσως στην πρώτη γραμμή. Ως επικεφαλής σουλιωτικών σωμάτων καταλαμβάνει τη Βογόρτσα, τα Λέλοβα, την Καντσά, τη Ρηνιάσα και τα Κασμηρά. Νικά χιλιάδες γενίτσαρους στους Δραμεσούς, τον Ισμαήλ Πασά στη Ραψίνα, και σημειώνει αλλεπάλληλες επιτυχίες στο Κομπότι, στους Βαριάδες και στην Πλάκα. Σε κάθε μάχη ξεχωρίζει όχι μόνο για την ανδρεία, αλλά και για την αυτοσυγκράτηση και τη δικαιοσύνη του προς φίλους και εχθρούς.
Στη μάχη του Πέτα και στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου αναδεικνύεται σε στρατηγικό νου του Αγώνα. Με προσχηματικές διαπραγματεύσεις παραπλανά τους Οθωμανούς, κερδίζοντας πολύτιμο χρόνο για τους υπερασπιστές της πόλης. Τα Χριστούγεννα του 1822, υπερασπίζεται με ελάχιστους άνδρες τμήμα των τειχών του Μεσολογγίου, σε ημέρες όπου η πόλη ζει μέσα στην προσευχή και την αγωνία.

Όταν του απονέμεται ο τίτλος του στρατηγού της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, τον αποποιείται σκίζοντας το δίπλωμα μπροστά στους συμπολεμιστές του, για να μη γεννηθούν έριδες. Η ταπείνωση αυτή, σε εποχή φιλοδοξιών και προσωπικών ανταγωνισμών, φανερώνει άνθρωπο που δεν επιζητεί δόξα, αλλά τη σωτηρία του κοινού αγώνα.
Λίγο πριν από την τελευταία του μάχη, προσκυνά την Παναγία την Προυσιώτισσα. Δίνει το πουγκί του «για την ψυχή του», γνωρίζοντας ότι βαδίζει προς τον θάνατο. Δεν πρόκειται για πράξη απελπισίας, αλλά για συνειδητή πνευματική προετοιμασία χριστιανού που βαδίζει προς το μαρτύριο.
Στο Κεφαλόβρυσο Ευρυτανίας, τη νύχτα της 8ης προς 9η Αυγούστου 1823, ηγείται νυχτερινής επίθεσης εναντίον υπέρτερων δυνάμεων. Η επιχείρηση επιτυγχάνει, όμως ο ίδιος πέφτει θανάσιμα τραυματισμένος. Ακόμη και τα τελευταία του λόγια είναι λόγια πίστης και χρέους: να μείνουν όλοι πιστοί στην Πατρίδα και πιστοί δούλοι του Θεού. ✨
Ο θάνατός του συγκλονίζει τους συναγωνιστές του. Ο σκληρός και άτεγκτος Καραϊσκάκης αναγνωρίζει στο πρόσωπό του τον άνθρωπο που συνδύασε ανδρεία και αγιότητα:
«Σαν τον Μάρκο ήρωα γιο, μάνα δεν ξαναγεννά».
Ο Μάρκος Μπότσαρης τάφηκε με τιμές στο Μεσολόγγι. Το ελληνικό κράτος τον τίμησε μετά θάνατον με τον βαθμό του στρατηγού. Η φήμη του ξεπέρασε τα σύνορα της Ελλάδας και έγινε ευρωπαϊκό σύμβολο ελευθερίας· το 1911 το γαλλικό κράτος έδωσε το όνομά του σε δρόμο και σε στάση μετρό στο Παρίσι (19ο διαμέρισμα).
Χωρίς να έχει ανακηρυχθεί Άγιος από την Εκκλησία, ο Μάρκος Μπότσαρης έζησε ως αγιασμένος από τα έργα του. Η ζωή του υπήρξε μαρτυρία πίστης, ταπείνωσης και αυτοθυσίας.
Γι’ αυτό και η μνήμη του δεν είναι απλώς ιστορική.
Είναι πνευματική παρακαταθήκη του Ελληνικού Έθνους.
Πηγή: Στυλ. Καβάζης








