Αντιπυρική περίοδος 2025: Λιγότερες φωτιές, μικρότερη καταστροφή – Η Ελλάδα άντεξε σε μια «φλεγόμενη» Ευρώπη
Σε μια από τις δυσκολότερες αντιπυρικές χρονιές που έχει καταγράψει η Ευρώπη, η Ελλάδα κατάφερε να παρουσιάσει σαφώς καλύτερη εικόνα, με λιγότερες πυρκαγιές και μειωμένη καμένη έκταση, παρά τον αυξημένο βαθμό επικινδυνότητας και τις περισσότερες μεγάλες φωτιές. Αυτό ήταν το κεντρικό μήνυμα της ενημέρωσης που πραγματοποίησε την Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2025 ο Υπουργός Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, Γιάννης Κεφαλογιάννης, ενώπιον των Ειδικών Μόνιμων Επιτροπών Προστασίας Περιβάλλοντος και Περιφερειών της Βουλής.
Ο Υπουργός παρουσίασε τον Απολογισμό της Αντιπυρικής Περιόδου 2025, τονίζοντας ότι η συζήτηση αυτή σηματοδοτεί μια συνειδητή πολιτική επιλογή: τη μεταφορά του διαλόγου για τις φυσικές καταστροφές από το πεδίο της συγκυριακής αντιπαράθεσης στο πεδίο της θεσμικής λογοδοσίας, της τεκμηρίωσης και του δημοκρατικού ελέγχου. Όπως ανέφερε, στόχος είναι η καθιέρωση ετήσιας έκθεσης απολογισμού που θα κατατίθεται στη Βουλή, δημιουργώντας ένα σταθερό και διαφανές πλαίσιο στρατηγικού σχεδιασμού.
Μια «μαύρη» χρονιά για την Ευρώπη – καλύτερη εικόνα για την Ελλάδα
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ευρωπαϊκού συστήματος EFIS, το 2025 ήταν η δυσκολότερη χρονιά για την Ευρώπη από τότε που υπάρχουν συγκρίσιμα δεδομένα. Οι καμένες εκτάσεις έφτασαν τα 10,3 εκατομμύρια στρέμματα, σχεδόν τριπλάσιες από τον μέσο όρο της περιόδου 2006–2024 και υψηλότερες από κάθε προηγούμενο ιστορικό ρεκόρ. Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, καταγράφηκε αύξηση 192%, με χώρες όπως η Κύπρος και η Γερμανία να εμφανίζουν εκρηκτικές αυξήσεις.
Μέσα σε αυτό το δυσμενές ευρωπαϊκό περιβάλλον, η Ελλάδα κατέγραψε μείωση 5% στις καμένες εκτάσεις, με συνολικά 478.190 στρέμματα, ενώ οι ενάρξεις πυρκαγιών μειώθηκαν κατά 14,7% σε σύγκριση με τον μέσο όρο της εικοσαετίας.
Υψηλός κίνδυνος, γρήγορη απόκριση
Ο κ. Κεφαλογιάννης υπογράμμισε ότι το 2025 χαρακτηρίστηκε από ιστορικά υψηλά επίπεδα επικινδυνότητας, με περισσότερες ημέρες πολύ υψηλού και ακραίου κινδύνου. Οι ημέρες κατηγορίας 4 και 5 έφτασαν τις 43, ενώ καταγράφηκαν έξι ημέρες κατηγορίας 5, όταν ο μέσος όρος της προηγούμενης εξαετίας ήταν μόλις 1,1.
Παρά τις δύσκολες συνθήκες, η επιχειρησιακή εικόνα ήταν καθοριστική:
- Το 97% των πυρκαγιών ελέγχθηκε πριν ξεπεράσει τα 100 στρέμματα.
- Το 84% των περιστατικών κατασβέστηκε κατά μέσο όρο μέσα σε 2 ώρες και 18 λεπτά.
- Ο μέσος χρόνος πρώτης προσβολής ήταν 14,2 λεπτά, στοιχείο που συνέβαλε ουσιαστικά στον περιορισμό της εξάπλωσης.
Περισσότερες μεγάλες φωτιές, αλλά μικρότερη ζημιά
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στις μεγάλες πυρκαγιές. Το 2025 καταγράφηκαν 9 mega fires, περισσότερες από τον μέσο όρο της εικοσαετίας. Ωστόσο, η συνολική καμένη έκταση από αυτές περιορίστηκε στα 29.280 στρέμματα, δηλαδή περίπου 50% λιγότερη σε σχέση με τον ιστορικό μέσο όρο, γεγονός που, όπως τόνισε ο Υπουργός, αποτυπώνει την αποτελεσματικότητα της διαχείρισης.

Χαρακτηριστική ήταν η αναφορά στη δυσκολότερη ημέρα της χρονιάς, στις 12 Αυγούστου 2025, όταν εκδηλώθηκαν ταυτόχρονα 86 δασικές πυρκαγιές και δεκάδες αστικά συμβάντα. Παρά τον όγκο, οι καμένες εκτάσεις ήταν σαφώς μικρότερες σε σύγκριση με αντίστοιχες κρίσιμες ημέρες του παρελθόντος.
Πρόληψη, έλεγχος και επενδύσεις
Ο Υπουργός αναφέρθηκε στον νέο Εθνικό Χάρτη Εκτίμησης Κινδύνου Δασικών Πυρκαγιών, την πρώτη επικαιροποίησή του από το 1980, ο οποίος επιτρέπει στοχευμένη πρόληψη και ορθολογική κατανομή δυνάμεων. Παράλληλα, σημείωσε τη σημαντική αύξηση των συλλήψεων για εμπρησμό, που το 2025 έφτασαν τις 402, σχεδόν διπλάσιες από τον μέσο όρο της προηγούμενης δεκαετίας.
Στο οικονομικό σκέλος, ο προϋπολογισμός για την Πολιτική Προστασία ανέρχεται πλέον στα 1,43 δισ. ευρώ, αυξημένος κατά 140% σε σχέση με το 2022, ενώ το Πυροσβεστικό Σώμα οδεύει προς τον υψηλότερο αριθμό προσωπικού στην ιστορία του, με περίπου 19.000 άνδρες και γυναίκες.
Ένα μήνυμα με ευρωπαϊκή διάσταση
Κλείνοντας, ο κ. Κεφαλογιάννης τόνισε ότι τα στοιχεία του EFIS δείχνουν πως, ενώ η Ευρώπη δοκιμάζεται σκληρά από την κλιματική κρίση, η Ελλάδα κατάφερε το 2025 να περιορίσει τις απώλειες, αποδεικνύοντας ότι η πρόληψη, η ετοιμότητα και ο επιχειρησιακός σχεδιασμός μπορούν να κάνουν τη διαφορά ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες.








