Περί «επτανησιακής ψαλτικής» – Άρθρο του Δρ Δημητρίου Γ. Μεταλληνού
Η Εκκλησία των Ιονίων Νήσων μπορεί να καυχηθεί, ότι είναι Αποστολική και η ίδρυσή της ανάγεται στον πρώτο χριστιανικό αιώνα. Ιστορικές μαρτυρίες, καθώς και ισχυρές τοπικές παραδόσεις συνδέουν τα νησιά με Αποστόλους και μαθητές τους (Απόστολοι Ιάσων και Σωσίπατρος στην Κέρκυρα, Απ. Παύλος στην Κεφαλονιά, κ.λ.π.). Περί «Εκκλησίας των Ιονίων Νήσων», βέβαια, μόνο κατά τους τρεις τελευταίους αιώνες μπορεί να γίνει κατ’ ακρίβεια λόγος. Διότι οι επισκοπές τους δεν αποτέλεσαν ποτέ στο παρελθόν αυτόνομη ή αυτοκέφαλη ή έστω ημιαυτόνομη εκκλησία.
Η μακρά περίοδος της ενετικής κυριαρχίας (1386-1797) ευνόησε τη λατινική παρουσία στα νησιά, μολονότι ο τοπικισμός της Βενετίας περιόριζε αισθητά τις παπικές επεμβάσεις, διατηρώντας επιφανειακά τις καλές σχέσεις με τη Ρώμη, προς όφελός τους. Το ενετικό καθεστώς, αλλά και οι γεωγραφικές αποστάσεις, δεν επέτρεπαν, εξάλλου, την άμεση επέμβαση και άσκηση της κανονικής δικαιοδοσίας και στη «Μητέρα Εκκλησία», το Οικουμενικό Πατριαρχείο, μολονότι πνευματικά οι Ιόνιοι δεν έπαυσαν ποτέ να αισθάνονται ενωμένοι μαζί του και να το αναγνωρίζουν ως εκκλησιαστική κεφαλή τους.
Μετά το τέλος της πρώτης Γαλλοκρατίας (1797-99) και την ίδρυση της «Επτανήσου Πολιτείας» υπό τους ρωσοτούρκους (1799) επέρχεται ουσιαστική μεταβολή, διότι η ορθόδοξη εκκλησία των νήσων αποτελεί για πρώτη φορά δικαιοδοσιακή ενότητα και αντιμετωπίζεται από τη διοίκηση ως κάτι το ενιαίο. Οι επτανήσιοι συμβίωσαν επί έξι αιώνες υπό δυτικές κυριαρχίες και ιδιαίτερα οι Κερκυραίοι επί 533 έτη χωρίς μάλιστα Ορθόδοξο Επίσκοπο.
Εντός του περιγραφόμενου εν συντομία χωροχρονικού πλαισίου της εκκλησιαστικής ιστορίας του Ιονίου χώρου, εμφανίζεται και το φαινόμενο της εκκλησιαστικής μουσικής/ψαλτικής, ως σημαίνουσας πτυχής της εκκλησιαστικής τέχνης, αλλά κυρίως του εκκλησιαστικού σώματος και βιώματος. Δεν πρέπει ποτέ να μας διαφεύγει η Θεολογική Αρχή, σύμφωνα με την οποία η Τέχνη και εν προκειμένω η μουσική, διακονεί και υπηρετεί το Ορθόδοξο Δόγμα και Λόγο. Η μουσική υποτάσσεται, ως θεραπαινίδα του Λόγου. Ο «Μελωδός», ως θεόπνευστος υμνογράφος (στιχουργός/ποιητής θα λέγαμε σήμερα, ταυτόχρονα όμως και μελοποιός/συνθέτης), δημιουργεί εκ του μηδενός έναν ύμνο. Οπότε, οι μελωδίες που χρησιμοποιούνται (και) στο επτανησιακό ιδίωμα αποτελούν ουσιαστικά παραλλαγές, διασκευές ή νέες μουσικές ερμηνείες-αναγνώσεις, που εδράζονται όμως και υπηρετούν τα ίδια δογματικά και λειτουργικά κείμενα. Ό,τι ισχύει στον επτανησιακό χώρο, ισχύει κατ’ αναλογίαν και στον υπόλοιπο ελληνορθόδοξο, αλλά κυρίως ευρύτερα ορθόδοξο κόσμο (Σλαβικό, Βαλκανικό, Αραβικό, Αγγλοσαξωνικό, Ιεραποστολή, Διασπορά κ.ά.).
Μάλιστα ως ταπεινός διάκονος του Ιερού Αναλογίου επί πολλές δεκαετίες, τόσο του λεγόμενου λανθασμένα «βυζαντινού», ορθότερα «ρωμαίικου ή εκκλησιαστικού» μέλους, όσο και του λεγόμενου επτανησιακού (κυρίως κεφαλληνιακού και κερκυραϊκού μέλους), έχω καταλήξει στην ακόλουθη εκκλησιαστικοιστορική, αλλά κυρίως εμπειρική διαπίστωση. Ασφαλώς η ορθόδοξη εκκλησιαστική τέχνη του γεωπολιτισμικού χώρου της «καθ’ ημάς Δύσεως» (Ιόνιο), έχει δεχθεί πολλές επιρροές, από τις δυτικές κυριαρχίες και κυρίως από την επικρατούσα επί έξι περίπου αιώνες «Λατινική Εκκλησία» των Ιονίων Νήσων. Οι πρόγονοί μας, επί έξι αιώνες συναναστράφηκαν με δυτικούς και λατίνους εκκλησιαστικά, όπως υποδέχθηκαν το ίδιο χρονικό διάστημα και πολλούς ρωμηούς πρόσφυγες απ’ όλες τις περιοχές της «καθ’ ημάς Ανατολής», αφού τα Ιόνια Νησιά αποτέλεσαν για τους τελευταίους «νήσους σωτηρίας». Οι Επτανήσιοι αποδέχθηκαν και υιοθέτησαν πολλές εξωτερικές επιδράσεις, κυρίως από τους δυτικούς κατακτητές και τη θρησκευτική κοινότητά τους, αλλά παρέμειναν ρωμηοί, δηλ. Έλληνες Ορθόδοξοι. Δεν μεταβλήθηκαν ούτε καν σε Ουνίτες (Ενωτικούς ή «ελληνόρυθμους), όπως άλλοι ορθόδοξοι λαοί της Ανατολικής Ευρώπης. Αντίθετα, το χριστιανικό βίωμά τους και η προσήλωσή τους στα δόγματα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, συνεκίνησαν πολλούς δυτικούς εποίκους των νησιών μας να ασπασθούν την Ορθοδοξία. Στατιστικά, στον επτανησιακό χώρο, αφομοιώνονται οι Καθολικοί στην Ορθοδοξία κι όχι το αντίθετο. Μεταξύ αυτών και οι πρόγονοι της εμβληματικής ορθόδοξης οικογένειας Καποδίστρια. Παρόμοια ασπάζονται την Ορθοδοξία και εισέρχονται σ’ αυτήν, δια του Μυστηρίου του Ιερού Βαπτίσματος (και όχι μόνο του Χρίσματος), και ευαγγελικοί, με κορυφαίο τον ιδρυτή της Ιονίου Ακαδημίας (1824) Λόρδο Δημήτριο-Φρειδερίκο Γκίλφορντ (1766-1827). Ως εκ τούτου η εκκλησιαστική μουσική των επτανησίων προγόνων μας αποτελεί μαρτυρία της δικής τους κατά Θεόν βιωτής, ιδιαίτερα σήμερα «εποχή παντελούς πνευματικής συγχύσεως», κατά τον μακαριστό διδάσκαλό μας (και) πατέρα Γεώργιο Μεταλληνό (+19.12.2019). Είναι σημαντικό, λοιπόν, να σεβόμαστε και να υπηρετούμε τις τοπικές εκκλησιαστικές παραδόσεις, όσο εκείνες σέβονται και υπηρετούν την κοινή οικουμενικά θεμελιωμένη Δογματική Αλήθεια, που εκφράζει η «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική», άρα Ορθόδοξος, Εκκλησία μας. Διότι πάνω απ’ όλα στην εν Χριστώ ζωή και ιστορία, ισχύει το ευαγγελικό «Τί γαρ ωφελήσει άνθρωπον, εάν κερδήση τον κόσμον όλον και ζημιωθή την ψυχήν αυτού;» (Μάρκ. 8,36).
Όλων των επωνύμων, αλλά κυρίως ανωνύμων, επτανησίων κληρικών, ιεροψαλτών και πιστών, ανδρών τε και γυναικών, που δια της εκκλησιαστικής αυτής τοπικής παραδόσεως παρέμειναν στο σώμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, δεν εκφραγκεύθηκαν, ούτε έγιναν ουνίτες, αντίθετα προσέλκυσαν αναριθμήτους δυτικούς εποίκους στο να ασπασθούν την Ορθοδοξία, ευγνωμόνως αναπέμπουμε το:
«Αιωνία η Μνήμη αυτών».








