«Η Ελλάδα του αύριο δεν μπορεί να είναι φοβική» – Άρθρο του Πολύδωρου Συρίγου
Η κοινωνία δεν αποκαλύπτεται από τα μεγάλα της λόγια.
Αποκαλύπτεται από το πώς στέκεται απέναντι στον πιο ανυπεράσπιστο.
Απέναντι σε ένα παιδί.
Απέναντι στη μνήμη ενός παιδιού.
Στην Αλόννησο, η συζήτηση για την ονοματοδοσία μιας σχολικής αίθουσας δεν είναι μια «διαφωνία διαδικαστικού χαρακτήρα». Είναι μια βαθιά πολιτική στιγμή. Γιατί πίσω από τις υπεκφυγές και τις δήθεν ουδέτερες ενστάσεις, αναδύεται μια γνώριμη και επικίνδυνη αντίληψη: η ιεράρχηση της ανθρώπινης αξίας με βάση την καταγωγή.
Το πραγματικό πρόβλημα για ορισμένους δεν είναι η πράξη μνήμης.
Είναι ότι το παιδί πιθανόν δεν ανήκε στη δική τους φαντασιακή «καθαρότητα».
Ότι μπορει να ήταν παιδί αλβανικής οικογένειας -και όχι αυτό που κάποιοι θεωρούν «δικό τους».
Αυτό δεν είναι απλώς προκατάληψη.
Είναι πολιτική στάση.
Είναι η κοινωνικά ανεκτή εκδοχή μιας φασίζουσας λογικής που διαχωρίζει τους ανθρώπους σε «άξιους» και «ανάξιους», σε «ορατούς» και «αόρατους».
Και εδώ δεν μιλάμε μόνο για ηθική.
Μιλάμε για ταξική και κοινωνική αδικία.
Γιατί ο ρατσισμός δεν λειτουργεί ποτέ μόνος του.
Συνοδεύεται πάντα από ανισότητες, από αποκλεισμούς, από μια κοινωνία που μαθαίνει να θεωρεί φυσικό κάποιοι να μένουν στο περιθώριο.
Σήμερα είναι «ο ξένος».
Αύριο είναι ο φτωχός, ο αδύναμος, ο άνθρωπος χωρίς φωνή.
Αυτό είναι το πραγματικό του πρόσωπο.
Η δημοκρατία, αν δεν είναι κοινωνική, αν δεν είναι δίκαιη, αν δεν προστατεύει τους πιο ευάλωτους, αδειάζει από περιεχόμενο.
Και ο σοσιαλισμός, αν δεν είναι καθημερινή πράξη ισότητας και αλληλεγγύης, μένει ένα κενό σύνθημα.
Η δημοκρατία δεν στέκεται «ουδέτερη».
Παίρνει θέση.
Στέκεται δίπλα σε εκείνους που αποκλείονται.
Υπερασπίζεται την αξιοπρέπεια κάθε ανθρώπου χωρίς όρους, χωρίς αστερίσκους, χωρίς εξαιρέσεις.
Και ας είμαστε καθαροί:
Όταν ακόμη και ένα παιδί – ακόμη και μετά τον θάνατό του – πρέπει να αποδείξει ότι «άξιζε», τότε η κοινωνία έχει ήδη αποτύχει. Όχι μόνο ηθικά, αλλά και πολιτικά.
Γιατί εκεί αρχίζει η κανονικοποίηση του αποκλεισμού.
Κι όμως, αυτή η ίδια κοινωνία είναι παιδί της προσφυγιάς.
Από τη Μικρασιατική Καταστροφή μέχρι τον Ποντιακό ξεριζωμό, η ελληνική ταυτότητα δεν χτίστηκε στην καθαρότητα, αλλά στη μετακίνηση, στον πόνο και στην ανάγκη για αποδοχή.
Αυτή η ιστορική εμπειρία δεν είναι διακόσμηση.
Είναι υποχρέωση.
Είναι πολιτική ευθύνη.
Δεν μπορούμε να μιλάμε για αλληλεγγύη στους λαούς και να ανεχόμαστε τον αποκλεισμό στη γειτονιά μας.
Δεν μπορούμε να επικαλούμαστε τη δημοκρατία και να αγνοούμε την κοινωνική της διάσταση.
Γιατί χωρίς ισότητα, η δημοκρατία γίνεται προνόμιο.
Και χωρίς αλληλεγγύη, η κοινωνία γίνεται άθροισμα φόβων.
Τα σχολεία σήμερα δείχνουν τον δρόμο.
Είναι χώροι συνύπαρξης, όπου παιδιά από διαφορετικές χώρες, γλώσσες και πολιτισμούς μεγαλώνουν μαζί. Εκεί γεννιέται μια νέα κοινωνία — πιο δίκαιη, πιο ανοιχτή, πιο ανθρώπινη.
Το ερώτημα είναι αν οι θεσμοί θα την ακολουθήσουν.
Γιατί το διακύβευμα δεν είναι μια πινακίδα.
Είναι αν θα επιλέξουμε μια κοινωνία ισότητας ή μια κοινωνία αποκλεισμών.
Η Ελλάδα του αύριο δεν μπορεί να είναι φοβική.
Δεν μπορεί να είναι μικρή.
Δεν μπορεί να είναι κοινωνικά άνιση.
Ή θα είναι μια δημοκρατία με κοινωνικό περιεχόμενο —
ή θα είναι μια δημοκρατία κενή, που θα αφήνει χώρο στον φόβο και τον ρατσισμό να γίνονται κανονικότητα.
Δεν μπορείς να μιλάς για ανάπτυξη, για τουρισμό, για εξωστρέφεια, όταν δεν έχεις κατοχυρώσει το θεμέλιο: την ισότητα και τον σεβασμό στον άνθρωπο.
Η Ελλάδα των λαών δεν χωρά αποκλεισμούς.
Η κοινωνία της αλληλεγγύης δεν κάνει εκπτώσεις στην αξιοπρέπεια.
Και η δική μας γενιά έχει ευθύνη.
Να μη σωπάσει.
Να μη συμβιβαστεί.
Να σταθεί απέναντι σε κάθε μορφή αδικίας.
Γιατί η ουδετερότητα σε τέτοιες στιγμές δεν είναι επιλογή.
Είναι συνενοχή.
Καλή μας δύναμη.
*Άρθρο του Πολύδωρου Συρίγου (Υποψήφιου Βουλευτή ΠΑΣΟΚ)







