Τα τελευταία λόγια του Αγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης προς τον Ελευθέριο Βενιζέλο πριν τον κατασπαράξουν οι ανίεροι Τούρκοι
Υπάρχουν στιγμές στην Ιστορία όπου οι λέξεις δεν γράφονται με μελάνι.
Γράφονται με αίμα, στάχτη και προαισθανόμενο θάνατο.
Μία τέτοια στιγμή ήταν η 25η Αυγούστου του 1922.
Η Σμύρνη ανέπνεε ήδη καπνό και τρόμο. Οι δρόμοι της Ιωνίας έτρεμαν κάτω από το βάρος της εγκατάλειψης, ενώ ο ελληνισμός της Ανατολής έβλεπε την χιλιόχρονη παρουσία του να μετατρέπεται σε αποκαΐδια. Και μέσα σε αυτή την κόλαση, ένας άνθρωπος έγραφε ίσως την πιο τραγική επιστολή της νεότερης ελληνικής ιστορίας.
Ο Άγιος Χρυσόστομος Σμύρνης.
Όχι πλέον ως μητροπολίτης.
Όχι ως εκκλησιαστικός ηγέτης.
Αλλά ως η ίδια η ετοιμοθάνατη Μικρά Ασία που ζητούσε σωτηρία πριν πέσει στο σκοτάδι.
«Ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας, το Ελληνικόν Κράτος αλλά και σύμπαν το Ελληνικόν Έθνος καταβαίνει πλέον εις τον Άδην…»
Δεν ήταν λόγια πολιτικής. Ήταν επιτάφιος.

Ο Χρυσόστομος δεν δίστασε να κατονομάσει ευθύνες. Με λόγο πικρό αλλά αληθινό, κατηγόρησε τους πολιτικούς αντιπάλους του Βενιζέλου, αλλά ταυτόχρονα έδειξε και τον ίδιο τον εθνάρχη ως συμμέτοχο στην τραγωδία. Του καταλόγισε μοιραίες επιλογές, πρόωρες εκλογές, λάθη στρατηγικής και εγκατάλειψη του έργου της Μεγάλης Ιδέας λίγο πριν – όπως πίστευε – ολοκληρωθεί το όραμα της επιστροφής στην Κωνσταντινούπολη.
Και όμως…
Μέσα στην οργή, μέσα στην απελπισία, ο Χρυσόστομος εξακολουθούσε να βλέπει στον Βενιζέλο την τελευταία ελπίδα.
«Σε μόνον θεωρούμεν τον από μηχανής Θεόν, σε βράχον, σε ελπίδα, σε σωτήρα και σε μεσσίαν μας…»
Τι τραγική ειρωνεία…
Ένας λαός που χανόταν μέσα στις φλόγες, κρατιόταν ακόμη από έναν άνθρωπο που βρισκόταν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, ενώ η Ιστορία είχε ήδη πάρει την απόφασή της.
Και ο Χρυσόστομος το γνώριζε.
Το αισθανόταν σε κάθε γραμμή της επιστολής.
Σαν να έγραφε όχι προς έναν πολιτικό, αλλά προς το ίδιο το πεπρωμένο.
«Ζήτημα είναι εάν όταν το παρόν μου γράμμα αναγιγνώσκεται… αν ημείς πλέον υπάρχωμεν εν ζωή…»
Λίγες ημέρες αργότερα, το πλήθος των Τούρκων θα τον παραλάμβανε από τα χέρια των αρχών. Θα τον έσερναν στους δρόμους της Σμύρνης. Θα τον βασάνιζαν με πρωτοφανή αγριότητα μέχρι θανάτου.
Ο ποιμένας παραδόθηκε στο ποίμνιο της σφαγής.
Και μαζί του δεν πέθανε μόνο ένας ιεράρχης.
Πέθανε η Σμύρνη των Ελλήνων.
Πέθανε η Ιωνία των φιλοσόφων, των εμπόρων, των αγίων και των σχολείων.
Πέθανε η Μεγάλη Ιδέα.
Πέθανε ένας ελληνισμός τριών χιλιάδων ετών.
Η επιστολή εκείνη δεν είναι απλώς ιστορικό ντοκουμέντο.
Είναι καθρέφτης εθνικών λαθών.
Είναι κατηγορώ.
Είναι προφητεία.
Είναι η τελευταία κραυγή ενός κόσμου που έβλεπε το τέλος να έρχεται και δεν μπορούσε πια να το αποτρέψει.
Και ίσως γι’ αυτό πονά ακόμη τόσο.
Διότι διαβάζοντάς την σήμερα, σχεδόν ακούμε πίσω από τις λέξεις τις καμπάνες της Σμύρνης να σβήνουν μέσα στις φλόγες…
και έναν λαό να χάνεται κοιτώντας προς την θάλασσα, περιμένοντας μάταια σωτηρία.








