Το συγκλονιστικό θαύμα του Αγίου Δημητρίου Γκαγκαστάθη – Όταν ο Αρχιστράτηγος Μιχαήλ παρενέβη
Ένα από τα πλέον συγκλονιστικά και λιγότερο γνωστά περιστατικά της ταραγμένης μεταπολεμικής Ελλάδας εκτυλίχθηκε στην ευρύτερη περιοχή του Πλατάνου Τρικάλων, εκεί όπου η ιστορία, η πίστη και ο εμφύλιος σπαραγμός συναντήθηκαν με τρόπο δραματικό.
Η περιοχή βρισκόταν υπό τον έλεγχο του ΕΛΑΣ. Μέσα σε αυτό το κλίμα φόβου και ιδεολογικής τρομοκρατίας, ο παπα-Δημήτρης Γκαγκαστάθης, ο μοναδικός ιερέας σε ολόκληρη την περιοχή, στάθηκε όρθιος. Αρνήθηκε να συνοδοιπορήσει με τους κομμουνιστές, κατήγγειλε ανοιχτά τα άθεα πιστεύω τους και δεν δίστασε να ομολογήσει την πίστη του, ακόμη και όταν γνώριζε ότι κινδύνευε άμεσα η ζωή του.
Οι διώξεις ήταν αμείλικτες. Κυνηγήθηκε, απειλήθηκε, κινδύνευσε επανειλημμένα. Ακόμη και οι πιο κοντινοί του άνθρωποι τον προέτρεπαν να σωπάσει για να σωθεί. Εκείνος, όμως, δεν υποχώρησε.
Όπως γράφει ο ίδιος:
«Μου λέει η παπαδιά μου: “Παπά, χαζάθηκες τελείως; Δεν βλέπεις όλους τους παπάδες των χωριών που κάθονται στα σπίτια τους, δουλεύουν και τρώνε με τις οικογένειές τους;”»
Εγώ τους απαντώ:
«Θα πεθάνω για τον Χριστό και όχι για τον χρυσό. Κομμουνιστής εγώ δεν γίνομαι.»
Ο παπα-Δημήτρης δεν φοβόταν. Πίστευε ακράδαντα πως συνοδοιπορούσε με τους Αγίους, τους Ταξιάρχες και τον Άγιο Νικόλαο.
Η Κυριακή του τρόμου και το θαύμα
Στις 20 Οκτωβρίου 1945, Κυριακή πρωί, χτύπησε την καμπάνα για τη Θεία Λειτουργία. Τότε, αντάρτικος στρατός περικύκλωσε το χωριό. Στόχος τους ήταν η εξόντωση, καθώς το χωριό θεωρούνταν «εθνικό».
«Μόλις είχα μπει στην Εκκλησία, έκαμα τον σταυρό μου, παρακάλεσα τον Άγιο Νικόλαο και έφυγα. Άρχισαν να ρίχνουν άφθονες σφαίρες με το πυροβόλο, καμία δεν με εκτύπησε.»
Διαφεύγοντας μέσα από ρέμα, προσπάθησε να φτάσει στο χωριό Βασιλική, όπου υπήρχε εθνικός στρατός. Όμως, κοντά στα σύνορα των χωριών Ριζώματος και Βασιλικής, τον έφτασαν.
Δέκα έφιπποι αντάρτες με τον αρχηγό τους τον καταδίωκαν, βρίζοντας και πυροβολώντας με Στεν. Οι σφαίρες τρυπούσαν τα ράσα του, αλλά δεν τον έπλητταν. Τον περικύκλωσαν σε απόσταση μόλις 50 μέτρων, φωνάζοντας:
«Κερατά τράγο, πού θα πας;»
«Μιχαήλ Αρχιστράτηγε, σώσε με»
Μέσα στον απόλυτο κίνδυνο, ο παπα-Δημήτρης ύψωσε τα χέρια στον ουρανό και κραύγασε από τα βάθη της ψυχής του:
«Μιχαήλ Αρχιστράτηγε, σώσε με, κινδυνεύω.»
Και τότε, όπως ο ίδιος μαρτυρεί, συνέβη το ανείπωτο.
«Ω του θαύματος! Σαν αστραπή παρουσιάσθη ο Αρχάγγελος Μιχαήλ εις τον αρχηγό. Είδα ένα νέο με σπαθί, που έκοψε τα σχοινιά από τη σέλα του αλόγου, τον έριξε κάτω και του έσπασε τη σπονδυλική στήλη.»
Οι υπόλοιποι αντάρτες έμειναν ακίνητοι, «ωσάν να τους είχε κτυπήσει ηλεκτρισμός». Μέσα στην παγωμένη σιωπή, ακούστηκε η φωνή του αρχηγού τους:
«Έχεις όριο ζωής και υψηλούς προστάτας.»
«Ευχαριστώ», τους απήντησα, γράφει ο παπα-Δημήτρης.

Μια μαρτυρία πίστης μέσα στη θύελλα της ιστορίας
Το περιστατικό αυτό δεν είναι απλώς μια αφήγηση από τα χρόνια του εμφυλίου. Είναι μια δυνατή μαρτυρία πίστης, φόβου, διωγμού και –για όσους πιστεύουν– θεϊκής παρέμβασης. Ο Άγιος Δημήτριος Γκαγκαστάθης έμεινε στην ιστορία ως ιερέας που δεν λύγισε, δεν σιώπησε και δεν διαπραγματεύτηκε την πίστη του, ακόμη κι όταν τον περικύκλωναν οι σφαίρες και οι κατάρες.
Ένα επεισόδιο που συνεχίζει να προκαλεί δέος, συζήτηση και βαθύ προβληματισμό μέχρι σήμερα.








