«Σύγχρονος πατριωτισμός ή Ραγιαδισμός;» – Σκληρή επίθεση Καμπισιούλη (ΝΙΚΗ) στην κυβέρνηση για σημαία, οικογένεια & δημογραφικό
Με τίτλο «Ο “Σύγχρονος” Πατριωτισμός (μάλλον Ραγιαδισμός)», ο Δημήτρης Καμπισιούλης, Σύμβουλος Δημογραφικής Πολιτικής του Δημοκρατικού Πατριωτικού Κινήματος ΝΙΚΗ, εξαπολύει σφοδρή πολιτική επίθεση στην κυβέρνηση, συνδέοντας το ζήτημα της έπαρσης της ελληνικής σημαίας στα σχολεία με το δημογραφικό, την οικογένεια, το Μακεδονικό και τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών.
Ο κ. Καμπισιούλης επαναφέρει στο προσκήνιο παλαιότερη κοινοβουλευτική ερώτηση του προέδρου της ΝΙΚΗΣ, Δημήτρη Νατσιού, σχετικά με την επαναφορά της έπαρσης της σημαίας στα σχολεία την πρώτη Δευτέρα κάθε μήνα.
Όπως αναφέρει, στην ερώτηση είχε απαντήσει η τότε υφυπουργός Παιδείας Δόμνα Μιχαηλίδου, την οποία επικρίνει έντονα για τις σημερινές πολιτικές της θέσεις ως υπουργού Οικογένειας.
Ο ίδιος παραθέτει χαρακτηριστικά αποσπάσματα από την τότε απάντηση της κ. Μιχαηλίδου, μεταξύ άλλων τη θέση ότι «η εθνική συνείδηση πλάθεται όχι έξω, αλλά μέσα στην αίθουσα», καθώς και την αναφορά της στον «σύγχρονο πατριωτισμό» που, σύμφωνα με τον κ. Καμπισιούλη, ακολουθεί η κυβέρνηση.
«Οι γεννήσεις έχουν σπάσει όλα τα αρνητικά ρεκόρ»
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο Σύμβουλος Δημογραφικής Πολιτικής της ΝΙΚΗΣ στο δημογραφικό πρόβλημα της χώρας.
Στο κείμενό του υποστηρίζει ότι οι γεννήσεις έχουν φτάσει σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα, με σοβαρές συνέπειες για το μέλλον της Ελλάδας, και κατηγορεί τους λεγόμενους «σύγχρονους πατριώτες» ότι δεν αντιμετωπίζουν το ζήτημα με την απαιτούμενη σοβαρότητα.
Παράλληλα, συνδέει το δημογραφικό με τις κυβερνητικές πολιτικές για την οικογένεια, ασκώντας κριτική στις πρόσφατες τοποθετήσεις της Δόμνας Μιχαηλίδου περί της ανάγκης προσαρμογής στη «νέα πραγματικότητα» της συμπερίληψης και της διαφορετικότητας.
Από το Μακεδονικό έως τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών
Ο Δημήτρης Καμπισιούλης επεκτείνει την κριτική του και σε μια σειρά από πολιτικά ζητήματα των τελευταίων ετών.
Αναφέρεται στη Συμφωνία των Πρεσπών, υποστηρίζοντας ότι ενώ στο παρελθόν ο Αλέξης Τσίπρας αντιμετωπιζόταν από μέρος του πολιτικού κόσμου ως «προδότης» για το Μακεδονικό, σήμερα η στάση αυτή έχει, όπως λέει χαρακτηριστικά, γίνει «γαργάρα», καθώς η Ελλάδα «σέβεται την υπογραφή της».
Παράλληλα, αναφέρεται στην κατάργηση της έπαρσης της σημαίας, στις πολιτικές για την οικογένεια και στον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών, επισημαίνοντας τις πολιτικές συγκλίσεις που ο ίδιος θεωρεί ότι υπάρχουν ανάμεσα στην κυβέρνηση και τον ΣΥΡΙΖΑ.
«Στην κοινοβουλευτική δημοκρατία οι αντιρρήσεις εκφράζονται με την ψήφο»
Στο πιο αιχμηρό σημείο της παρέμβασής του, ο κ. Καμπισιούλης υποστηρίζει ότι οι διαφωνίες των πολιτών με τις κυβερνητικές επιλογές δεν αρκεί να εκφράζονται σε επίπεδο συζήτησης, αλλά πρέπει να αποτυπώνονται στην κάλπη.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, αρκετοί ψηφοφόροι της ΝΔ μπορεί να έχουν αντιρρήσεις για συγκεκριμένες πολιτικές, ωστόσο συνεχίζουν να στηρίζουν την κυβέρνηση με βασικό επιχείρημα να μην επιστρέψει ο Αλέξης Τσίπρας στην εξουσία.
Κατά τον ίδιο, αυτή η λογική οδηγεί σε μια κατάσταση όπου οι πολίτες ανέχονται πολιτικές που διαφωνούν με τις πεποιθήσεις τους, με αποτέλεσμα –όπως υποστηρίζει– το δημογραφικό πρόβλημα να επιδεινώνεται.
«Γιατί δεν επανέρχεται η έπαρση της σημαίας;»
Στο υστερόγραφο της παρέμβασής του, ο Δημήτρης Καμπισιούλης αναφέρεται σε συζήτηση που, όπως σημειώνει, είχε με τον πρόεδρο της ΝΙΚΗΣ, Δημήτρη Νατσιό.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ο πρόεδρος της ΝΙΚΗΣ τον διαβεβαίωσε ότι σχεδόν κανένας βουλευτής της ΝΔ δεν θα είχε αντίρρηση στην επαναφορά της έπαρσης της σημαίας.
Ωστόσο, ο κ. Καμπισιούλης διερωτάται γιατί, εφόσον υπάρχει αυτή η πολιτική συναίνεση, το μέτρο δεν έχει επανέλθει.
Κλείνοντας, επιτίθεται συνολικά στην κυβερνητική πολιτική, κάνοντας λόγο με ιδιαίτερα σκωπτικό τρόπο για τον «σύγχρονο πατριωτισμό» και καταλήγοντας:
«Ζήτω η δημοκρατία μας και ζήτω ο “σύγχρονος” πατριωτισμός μας. ΖΗΤΩ και πάλι ΖΗΤΩ.»
Η παρέμβαση του Δημήτρη Καμπισιούλη ανοίγει για ακόμη μία φορά τη συζήτηση για το περιεχόμενο της πατριωτικής πολιτικής, τον ρόλο της εθνικής συνείδησης στην εκπαίδευση και, κυρίως, για το κατά πόσο οι πολιτικές επιλογές της Πολιτείας ανταποκρίνονται στις ανάγκες της ελληνικής οικογένειας και στο ολοένα εντονότερο δημογραφικό πρόβλημα.








