Ποιος αποφάσισε ότι «δεν μπορούμε», κύριε Συρίγο;
Πριν αποφασίσουμε ότι η Ελλάδα δεν μπορεί, καλό θα ήταν να ακούσουμε εκείνους που έχουν την ευθύνη να μπορούν. Εκείνους που υπηρετούν στα πλοία, στα αεροσκάφη, στα κέντρα επιχειρήσεων και στις μονάδες του Στρατού Ξηράς και της αεράμυνας. Διότι η δημόσια διατύπωση μιας εθνικής αδυναμίας έχει βάρος. Και όταν προέρχεται από βουλευτή της κυβερνητικής πλειοψηφίας, γεννά ένα απολύτως συγκεκριμένο ερώτημα. Πρόκειται για προσωπική εκτίμηση ή για τη λογική με την οποία λαμβάνονται αποφάσεις στο Μέγαρο Μαξίμου;
Ο Άγγελος Συρίγος, στη συζήτηση της 5ης Νοεμβρίου στο OPEN για την οριοθέτηση ΑΟΖ Ελλάδας–Κύπρου, επικαλέστηκε την απόσταση της περιοχής από ελληνικές ακτές και λιμάνια και τις δυνατότητες του υπάρχοντος στόλου. Υποστήριξε ότι, εάν η Τουρκία πραγματοποιούσε εκεί ασκήσεις ή έρευνες, η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να την απομακρύνει. Και κατέληξε πως «δεν έχει νόημα λοιπόν να υπογράψεις μια συμφωνία την οποία δεν θα μπορείς να εφαρμόσεις».
Ας μην του αποδώσουμε περισσότερα από όσα είπε. Δεν μίλησε για καθολική τουρκική υπεροχή. Είπε, όμως, κάτι αρκετά σοβαρό από μόνο του. Μετέτρεψε μια εκτίμηση στρατιωτικής αδυναμίας σε επιχείρημα διπλωματικής αποχής. Επειδή ενδέχεται να αντιδράσει η Τουρκία και επειδή, κατά την κρίση του, δεν μπορούμε να επιβληθούμε, δεν έχει νόημα να προχωρήσουμε. Βολικό συμπέρασμα για την Άγκυρα. Της αναγνωρίζει επιρροή στις αποφάσεις μας πριν καν χρειαστεί να τη διεκδικήσει.
Ο καθηγητής γνωρίζει το διεθνές δίκαιο. Αυτό, ωστόσο, δεν του απονέμει αυτομάτως και την ιδιότητα του επιχειρησιακού αξιολογητή του Στόλου. Δικαιούται ασφαλώς να έχει άποψη. Όταν όμως αποφαίνεται δημοσίως ότι δεν μπορούμε, οφείλει να διευκρινίσει αν μεταφέρει εκτίμηση των αρμόδιων επιτελείων ή τη δική του κρίση. Η έδρα του πανεπιστημίου και η γέφυρα μιας φρεγάτας απαιτούν διαφορετική γνώση. Καλό θα ήταν να μην τις συγχέουμε, ιδίως όταν από τη σύγχυση προκύπτει εθνικό απαγορευτικό.
Διότι η μαχητική ισχύς δεν εξαντλείται στο πόσα πλοία διαθέτει κάθε πλευρά και πόσα μίλια απέχει το πλησιέστερο λιμάνι. Αυτά έχουν σημασία, όπως έχουν η διαθεσιμότητα, τα πυρομαχικά και η υποστήριξη. Αλλά ο Στόλος δεν επιχειρεί σε γυάλα. Η αεροπορική κάλυψη, η επιτήρηση, η πληροφορία, η αεράμυνα και ο συντονισμός διαμορφώνουν από κοινού τις δυνατότητες μιας δύναμης. Η διαχείριση του ενοποιημένου πεδίου μάχης προϋποθέτει ακριβώς αυτή τη συνολική αντίληψη. Όποιος προεξοφλεί αδυναμία οφείλει να έχει συνυπολογίσει ολόκληρη την εικόνα.
Υπάρχουν, άλλωστε, γεγονότα που δεν επιτρέπουν τέτοια ευκολία στην απαξίωση. Τον Ιούλιο του 2024 η φρεγάτα «Ψαρά», στο πλαίσιο της επιχείρησης «Ασπίδες», αντιμετώπισε επίθεση μη επανδρωμένων αεροχημάτων στον Κόλπο του Άντεν, προστατεύοντας εμπορικό πλοίο. Η ευρωπαϊκή αποστολή ανακοίνωσε την κατάρριψη δύο UAV. Το πλήρωμα κλήθηκε να αντιδράσει απέναντι σε πραγματική απειλή και ανταποκρίθηκε. Εκεί οι αποφάσεις δεν συνοδεύονται από διαφημιστικό διάλειμμα.
Αντίστοιχη εμπειρία έχει καταγράψει και η ελληνική αεράμυνα. Σύμφωνα με ενημέρωση του ΓΕΕΘΑ, στις 6 Απριλίου 2026 η ελληνική πυροβολαρχία Patriot στη Σαουδική Αραβία κατέρριψε μη επανδρωμένο αερόχημα. Αυτή την εμπειρία, κύριε Συρίγο, πού την τοποθετείτε στην εκτίμησή σας; Ανεξάρτητα από την πολιτική αξιολόγηση της συγκεκριμένης αποστολής, η πραγματική εμπλοκή και η εμπειρία των στελεχών δεν διαγράφονται. Είναι κάπως παράδοξο να αναγνωρίζουμε την αξία τους όταν προστατεύουν εγκαταστάσεις και ναυσιπλοΐα μακριά από την Ελλάδα και να τις αφήνουμε εκτός λογαριασμού όταν συζητούμε τις δικές μας δυνατότητες.
Ασφαλώς, αυτές οι επιτυχίες δεν συνιστούν απόδειξη υπεροχής απέναντι στην Τουρκία ούτε εγγύηση για την έκβαση διαφορετικών επιχειρήσεων. Κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν μοιράζει πιστοποιητικά νίκης. Αποδεικνύουν, όμως, ότι έχουμε στελέχη με εμπειρία πραγματικών εμπλοκών. Και υπενθυμίζουν ότι η ισχύς περιλαμβάνει εκπαίδευση, πειθαρχία, ηγεσία, ηθικό και ικανότητα απόφασης υπό πίεση. Ο άνθρωπος που χειρίζεται το σύστημα δεν είναι υποσημείωση στο φυλλάδιο του κατασκευαστή.
Εδώ αρχίζουν και τα δύσκολα για την κυβέρνηση. Διότι ο άνθρωπος αυτός χρειάζεται αξιοπρεπείς συνθήκες υπηρεσίας, αποδοχές, προοπτική και έμπρακτο σεβασμό. Το ζήτημα των παραιτήσεων στο Πολεμικό Ναυτικό έχει ήδη φθάσει στη Βουλή και έχει αποτελέσει αντικείμενο υπουργικής απάντησης. Συνεπώς, η στελέχωση είναι συγκεκριμένο πεδίο ελέγχου. Πόσους έμπειρους ανθρώπους κρατά η πολιτική της κυβέρνησης στην υπηρεσία; Ποιες αιτίες αποχώρησης αντιμετωπίζει; Και με ποιο αποτέλεσμα;
Οι φωτογραφίες δίπλα στα καινούργια οπλικά συστήματα είναι εύκολες. Η διατήρηση του προσωπικού που θα τα καταστήσει αξιόμαχα απαιτεί συνεχή δουλειά. Αν λοιπόν υπάρχουν επιχειρησιακά κενά, όπως υποστηρίζει ο κ. Συρίγος, η κυβέρνηση Μητσοτάκη οφείλει να ξεκαθαρίσει αν συμμερίζεται την εκτίμησή του και, εφόσον τη συμμερίζεται, να εξηγήσει τι έκανε για να τα περιορίσει και γιατί εξακολουθούν να υπάρχουν. Δεν μπορεί να επικαλείται την αδυναμία σαν να πρόκειται για καιρικό φαινόμενο που απλώς έτυχε στη βάρδιά της. Η άμυνα αποτελεί δική της ευθύνη. Μαζί με τις αγορές, αναλαμβάνει και τον λογαριασμό των παραλείψεων.
Ας ακούσουν, επομένως, τους αρμόδιους στρατιωτικούς. Ας αξιολογήσουν δυνατότητες, κινδύνους και προϋποθέσεις και ας αναλάβουν κατόπιν την πολιτική ευθύνη. Κανείς δεν ζητεί να δημοσιοποιηθούν απόρρητα σχέδια ούτε να υποκαταστήσουν οι στρατιωτικοί την εκλεγμένη ηγεσία. Απαιτείται, όμως, να γνωρίζουμε αν το «δεν μπορούμε» προκύπτει από επαγγελματική αξιολόγηση ή αν επιστρατεύεται για να κάνει το «δεν θέλουμε να αναλάβουμε το κόστος» περισσότερο εύπεπτο.
Ο κ. Συρίγος οφείλει να εξηγήσει τη βάση της εκτίμησής του. Ο πρωθυπουργός οφείλει να ξεκαθαρίσει αν τη συμμερίζεται. Διότι η σύνεση απαιτεί επίγνωση των κινδύνων και προετοιμασία για την αντιμετώπισή τους. Όταν καταλήγει σε διαρκή αποχή μπροστά στην πιθανότητα τουρκικής αντίδρασης, αρχίζει να μοιάζει με πολιτική αυτοπεριορισμού.
Ποιος αποφάσισε, λοιπόν, ότι δεν μπορούμε; Εκείνοι που έχουν την ευθύνη να επιχειρήσουν ή εκείνοι που έχουν την ευθύνη να αποφασίσουν; Και αν η κυβέρνηση συμμερίζεται το «δεν μπορούμε», ύστερα από τόσα χρόνια στην εξουσία, ας μας πει επιτέλους πότε θα μπορούμε και ποιος θα λογοδοτήσει μέχρι τότε.
Γεώργιος Νικολάκος








