ΝΙΚΗ για Eurostat: Σχεδόν 9 στους 10 Έλληνες δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα – Η εικόνα της οικονομίας πίσω από τους αριθμούς
Η νέα έκδοση της Eurostat για τις συνθήκες διαβίωσης στην Ευρώπη αποτυπώνει μια ιδιαίτερα δύσκολη εικόνα για τα ελληνικά νοικοκυριά, με τη χώρα να καταγράφει πολύ υψηλά ποσοστά οικονομικής πίεσης σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2025, το 87,1% του πληθυσμού στην Ελλάδα δήλωσε ότι αντιμετωπίζει τουλάχιστον κάποια δυσκολία στο να τα βγάλει πέρα, έναντι 42,5% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη σχετική επίδοση μεταξύ των χωρών που περιλαμβάνονται στη συγκεκριμένη μέτρηση.
Η εικόνα αυτή έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά άλλων δεικτών που καταγράφουν τις πιέσεις στο εισόδημα, στην υγεία, στην εργασία και στο κόστος διαβίωσης.
Η Ελλάδα στις υψηλότερες θέσεις των ανικανοποίητων ιατρικών αναγκών
Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά είναι τα στοιχεία για την πρόσβαση στην ιατρική περίθαλψη.
Η Eurostat καταγράφει ότι και οι 13 ελληνικές περιφέρειες είχαν το 2025 υψηλότερα ποσοστά ανικανοποίητων αναγκών για ιατρική εξέταση από οποιαδήποτε άλλη περιφέρεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα ποσοστά κυμάνθηκαν από 9,1% στο Νότιο Αιγαίο έως 13,4% στο Βόρειο Αιγαίο.
Τα στοιχεία αφορούν περιπτώσεις κατά τις οποίες οι πολίτες δεν μπόρεσαν να πραγματοποιήσουν ιατρική εξέταση, μεταξύ άλλων λόγω κόστους, μεγάλης απόστασης ή λίστας αναμονής.
Ήδη για το 2024, η Eurostat είχε καταγράψει ότι η Ελλάδα είχε το υψηλότερο εθνικό ποσοστό ανικανοποίητων αναγκών για ιατρική περίθαλψη στην ΕΕ, στο 21,9%, έναντι 3,6% στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Σχεδόν ένας στους πέντε δεν μπορεί να ζεστάνει επαρκώς το σπίτι του
Ανάλογη είναι η εικόνα και στο κόστος θέρμανσης.
Το 2025, το 18,1% του πληθυσμού στην Ελλάδα δήλωσε ότι δεν μπορούσε να διατηρήσει επαρκώς ζεστό το σπίτι του, έναντι 8,8% στην ΕΕ.
Το ποσοστό της Ελλάδας ήταν το υψηλότερο μεταξύ των χωρών της ΕΕ, γεγονός που καταγράφει το μέγεθος της πίεσης που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν πολλά νοικοκυριά στο ενεργειακό κόστος.
Αρνητική εικόνα και στην αγορά εργασίας
Στο μεταξύ, η εικόνα δεν είναι θετική ούτε από την πλευρά της απασχόλησης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το δεύτερο τρίμηνο του 2026, ο αριθμός των απασχολουμένων στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυξήθηκε κατά 0,1% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, ενώ στην Ελλάδα καταγράφηκε μείωση 0,4%. Η Ελλάδα είχε, μαζί με τη Φινλανδία, τη μεγαλύτερη τριμηνιαία υποχώρηση της απασχόλησης μεταξύ των κρατών-μελών.
Η εξέλιξη αυτή καταγράφεται την ίδια περίοδο κατά την οποία η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να εμφανίζει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, αναδεικνύοντας τη διαφορά ανάμεσα στην αύξηση του ΑΕΠ και στην πραγματική εικόνα που βιώνουν τα νοικοκυριά και οι εργαζόμενοι.
Η ανάπτυξη δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε ευημερία
Η συζήτηση για την ελληνική οικονομία δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στην πορεία του ΑΕΠ.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο η οικονομική ανάπτυξη μεταφράζεται σε υψηλότερα εισοδήματα, καλύτερες υπηρεσίες, περισσότερες θέσεις εργασίας και βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.
Τα στοιχεία της Eurostat για το 2025 δείχνουν ότι, παρά τη συνολική οικονομική ανάπτυξη, ένα πολύ μεγάλο τμήμα του ελληνικού πληθυσμού εξακολουθεί να δηλώνει ότι αντιμετωπίζει δυσκολίες στην κάλυψη των καθημερινών αναγκών του.
Η κριτική της ΝΙΚΗΣ στην οικονομική πολιτική
Με αφορμή τα στοιχεία αυτά, η ΝΙΚΗ υποστηρίζει ότι η ελληνική οικονομία παραμένει εγκλωβισμένη σε διαχρονικές δομικές αδυναμίες και ότι η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης δεν έχει οδηγήσει σε αντίστοιχη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών.
Στην πολιτική της τοποθέτηση, το Δημοκρατικό Πατριωτικό Λαϊκό Κίνημα «ΝΙΚΗ» υποστηρίζει ότι η πολυετής οικονομική πολιτική της κυβέρνησης έχει οδηγήσει σε παραγωγικές και κοινωνικές ανισορροπίες και κάνει λόγο για απώλεια ευκαιριών και για οικονομική επιβάρυνση των νοικοκυριών.
Η ΝΙΚΗ συνοψίζει την κριτική της αναφέροντας ότι η «8ετία Μητσοτάκη» μετριέται, κατά την ίδια, «σε παραγωγή που δεν έγινε, σε εξαγωγές που υστέρησαν, σε ευρωπαϊκούς πόρους που δεν μεταφράστηκαν στην αναγκαία οικονομική δυναμική, σε ευκαιρίες που χάθηκαν, σε μειωμένο επίπεδο διαβίωσης και σε υπερκέρδη για την οικονομική ελίτ».
Οι συγκεκριμένες διατυπώσεις αποτελούν πολιτική αξιολόγηση της ΝΙΚΗΣ και όχι συμπέρασμα της Eurostat.
Οι αριθμοί ανοίγουν ξανά τη συζήτηση για την πραγματική οικονομία
Η νέα έκθεση της Eurostat δεν αποτυπώνει από μόνη της το σύνολο της ελληνικής οικονομίας, ούτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδοθεί μία και μοναδική αιτία στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά.
Αποτυπώνει, όμως, συγκεκριμένους δείκτες που δείχνουν ότι η οικονομική πίεση παραμένει ιδιαίτερα έντονη στην Ελλάδα: 87,1% του πληθυσμού δηλώνει τουλάχιστον κάποια δυσκολία να τα βγάλει πέρα, το 18,1% αδυνατεί να διατηρήσει επαρκώς ζεστό το σπίτι του και οι ελληνικές περιφέρειες καταγράφουν τις υψηλότερες ανικανοποίητες ανάγκες για ιατρική εξέταση στην ΕΕ.
Οι αριθμοί αυτοί επαναφέρουν στο επίκεντρο το ερώτημα εάν οι ρυθμοί ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας μετατρέπονται τελικά σε αντίστοιχη βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών.








