Ιωάννης Καποδίστριας:«Προτιμώ τον θάνατο παρά να απατήσω λαόν εμπιστευσάντα την τύχη του εις την αφοσίωσην μου»

Κηδεύτηκε με τα ίδια ρούχα που δολοφονήθηκε.
Όχι από ένδεια. Από αξιοπρέπεια.
Ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που γεννιούνται σπάνια.
Ένας Έλληνας που άφησε τα παλάτια της Ευρώπης για να σηκώσει μια πατρίδα ρημαγμένη χωρίς να σκύψει το κεφάλι.
Όταν η Ελλάδα φλεγόταν, ο Ιωάννης Καποδίστριας πολεμούσε με τον δικό του τρόπο, με επιστολές, με επιχειρήματα, με χρήματα από την ίδια του την περιουσία. Έστελνε όπλα, τρόφιμα, ελπίδα. Σπούδαζε Ελληνόπουλα για ένα αύριο που ο ίδιος ίσως δεν θα προλάβαινε να δει.Υποθήκευσε τα κτήματά του να φάνε οι πεινασμένοι.
Και όταν του πρότειναν μισθό, απάντησε
«Όταν δεν θα πεινά κανένα παιδί, τότε ίσως δεχτώ έναν οβολό»
Αυτόν το κυβερνήτη τιμούν οι σημερινοί Έλληνες που κατακλύζουν τις κινηματογραφικές αίθουσες και χειροκροτούν στο τέλος θερμά και βουρκώνουν. Αυτό κατάφερε η ταινία του Γιάννη Σμαραγδή, ένωσε το ιστορικό νήμα του τότε με το σήμερα, κι αυτό είναι το σημαντικό της στοιχείο, η σύγκριση που γίνεται ασυνείδητα στον θεατή και ακούγεται ένας ψίθυρος στην αίθουσα.
«Δεν βρέθηκε κανείς μα κανείς να αγαπήσει αυτή την έρημη χώρα όπως αυτός ο άνθρωπος; κανείς;;;»








