Ιερές Εικόνες στα Δικαστήρια & μάθημα Ηθικής: Παράδοση, δικαιώματα & αποφάσεις-σταθμοί
Στο προσκήνιο επανέρχεται το ζήτημα της παρουσίας των Ιερών Εικόνων στις αίθουσες των δικαστηρίων, αλλά και της διδασκαλίας του μαθήματος της Ηθικής στα σχολεία, με φόντο δικαστικές προσφυγές και κρίσιμες αποφάσεις της Δικαιοσύνης.
Η Ένωση Αθέων προσέφυγε το 2020 στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατά της Ελλάδας, ζητώντας την απομάκρυνση των Ιερών Εικόνων από τις δικαστικές αίθουσες, υποστηρίζοντας ότι επηρεάζεται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη.

Ωστόσο, το θέμα έχει ήδη κριθεί σε εθνικό επίπεδο, καθώς η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας με την απόφαση 71/2019 απέρριψε το σχετικό αίτημα, επιβεβαιώνοντας ότι η παρουσία των εικόνων δεν παραβιάζει θεμελιώδη δικαιώματα.



Στο ίδιο πλαίσιο, η Γενική Γραμματεία Θρησκευμάτων απέστειλε υπόμνημα στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, υποστηρίζοντας ότι οι Ιερές Εικόνες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ιστορικής και πολιτισμικής ταυτότητας του ελληνικού κράτους. Όπως επισημαίνεται, η παρουσία τους συνδέεται με τη μακραίωνη παράδοση του Ελληνισμού και τον ρόλο της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη διαμόρφωση της κοινωνίας.


Παράλληλα, το Υπουργείο Παιδείας εφαρμόζει τις αποφάσεις 1749/2019 και 1750/2019 του Συμβουλίου της Επικρατείας αναφορικά με το μάθημα της Ηθικής. Σύμφωνα με αυτές, το μάθημα εισάγεται υποχρεωτικά για μαθητές που δεν είναι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, ενώ οι Ορθόδοξοι μαθητές συνεχίζουν να παρακολουθούν το μάθημα των Θρησκευτικών.


Η διάκριση μεταξύ των δύο μαθημάτων είναι σαφής και θεσμικά κατοχυρωμένη: δεν υποκαθιστούν το ένα το άλλο, αλλά εξυπηρετούν διαφορετικές ανάγκες, με βάση το θρησκευτικό προφίλ των μαθητών.


Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο νομικό. Αγγίζει βαθύτερα ερωτήματα για τη σχέση κράτους, παράδοσης και ατομικών δικαιωμάτων. Από τη μία πλευρά τίθεται η προστασία της θρησκευτικής ουδετερότητας, και από την άλλη η διατήρηση στοιχείων που θεωρούνται μέρος της εθνικής ταυτότητας.


Η τελική κρίση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου αναμένεται με ενδιαφέρον, καθώς θα καθορίσει εάν η ελληνική πρακτική μπορεί να συνυπάρχει με τα ευρωπαϊκά πρότυπα δικαιωμάτων ή αν απαιτούνται αλλαγές σε ένα ζήτημα που βρίσκεται στο σταυροδρόμι παράδοσης και σύγχρονης δημοκρατίας.








