Γεώργιος Ρούντας (ΝΙΚΗ): Όταν ο κοινοβουλευτικός λόγος γίνεται όρκος προς την Ιστορία
Με λόγο βαθιά ιστορικό, έντονα συμβολικό και θεσμικά φορτισμένο, ο βουλευτής Λάρισας και Αντιπρόεδρος του Δημοκρατικού Πατριωτικού Κινήματος ΝΙΚΗ, Γεώργιος Ρούντας, παρενέβη στη Βουλή των Ελλήνων με αφορμή την επέτειο των Ιμίων, καταθέτοντας έναν πολιτικό λόγο υψηλής εθνικής ευθύνης. Έναν λόγο που ξεπέρασε τα όρια της συνηθισμένης κοινοβουλευτικής ρητορικής και μετατράπηκε σε πράξη μνήμης, ιστορικής συνείδησης και εθνικής αυτογνωσίας.
Η ομιλία του δεν αποτέλεσε μια τυπική επετειακή αναφορά. Ήταν μια κατάθεση ψυχής, μια πολιτισμική και ιστορική υπενθύμιση του πυρήνα της ελληνικής ταυτότητας: της μνήμης, της θυσίας, του χρέους και της άρνησης της υποταγής.
«Η ιστορία του Ελληνισμού δεν είναι απλώς παρελθόν. Είναι φωνή και μνήμη, είναι χρέος και θυσία, ένα ολοζώντανο παρόν και μέλλον. Είναι η φωνή των νεκρών που ζητούν από εμάς τους σύγχρονους να μη ξεχάσουμε ποτέ», τόνισε, αποτυπώνοντας με λόγο υψηλού συμβολισμού τη διαχρονική συνέχεια του Ελληνισμού ως ιστορικής και πνευματικής οντότητας.
Ο Γεώργιος Ρούντας ανέδειξε την πορεία του έθνους ως μια αδιάκοπη αλυσίδα τόλμης και αυτοθυσίας, υπογραμμίζοντας ότι «κάθε φορά που ο Έλληνας λέει “όχι”, η ιστορία του γράφεται με χρυσά γράμματα, αλλά και με αίμα». Με αυτόν τον τρόπο συνέδεσε τον σύγχρονο πολιτικό λόγο με τη βαθύτερη πνευματική παράδοση του Ελληνισμού, παραπέμποντας και στη ρήση του Αγίου Νεκταρίου για τη ροπή του Έλληνα προς τη θυσία και την αποστολή του να παιδαγωγεί την ανθρωπότητα.
Στην ιστορική του αναδρομή, στάθηκε στις Θερμοπύλες, τον Μαραθώνα και τη Σαλαμίνα, όχι ως απλά πολεμικά γεγονότα, αλλά ως θεμέλια του ίδιου του πολιτισμού της ελευθερίας. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, εκεί «δεν κρίθηκαν απλώς μάχες, αλλά η ίδια η έννοια της ελευθερίας και η αξία του ανθρώπου», προσδίδοντας παγκόσμια διάσταση στην ελληνική ιστορική προσφορά.
Με ιδιαίτερη συμβολική φόρτιση υπενθύμισε ότι «ο Λεωνίδας και οι λίγοι του δεν ρώτησαν πόσοι είναι οι εχθροί. Ρώτησαν πού είναι το χρέος», συμπυκνώνοντας τη φιλοσοφία του Ελληνισμού ως στάση ζωής και όχι ως ζήτημα αριθμητικής ισχύος.
Στο ίδιο ιστορικό νήμα ενέταξε τη θυσία του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στην Πύλη του Ρωμανού, τον ξεσηκωμό του 1821 «για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος την ελευθερία», το Μεσολόγγι, το Σούλι και το Έπος του 1940 στα βουνά της Πίνδου, όπου – όπως είπε – «μέσα στο κρύο και τις κακουχίες ακούστηκε ένα τεράστιο “όχι” σε όλο τον κόσμο».
Φτάνοντας στην κρίση των Ιμίων, ο Αντιπρόεδρος της ΝΙΚΗΣ χαρακτήρισε τις δύο βραχονησίδες «ιερούς τόπους για την Ελλάδα», αποδίδοντάς τους όχι μόνο γεωπολιτική, αλλά και βαθιά εθνική και ηθική σημασία. Υπενθύμισε ότι τη νύχτα του 1996 τρεις Έλληνες αξιωματικοί στάθηκαν εκεί όπου διαχρονικά στέκεται ο Έλληνας: στην πρώτη γραμμή.
«Οι Καραθανάσης, Βλαχάκος και Γιαλοψός πέρασαν στην αιωνιότητα γιατί αυτό όριζε ο όρκος τους, γιατί τους το ζήτησε η πατρίδα και η σημαία μας», ανέφερε, προσδίδοντας ιερό χαρακτήρα στη θυσία τους.
Με λόγο έντονα συμβολικό υπογράμμισε ότι οι τρεις αξιωματικοί δεν έπεσαν μόνοι:
«Μαζί τους ήταν ο Λεωνίδας, ο Παλαιολόγος, οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, οι στρατιώτες της Πίνδου. Όλοι όσοι έπεσαν στην ώρα του καθήκοντος», συνδέοντας τη σύγχρονη ιστορία με το αδιάσπαστο νήμα του εθνικού χρέους.
Κλείνοντας, ο Γεώργιος Ρούντας μετέτρεψε τη μνήμη των Ιμίων από απλή επέτειο σε όρκο εθνικής συνείδησης:
«Δεν είναι μια τυπική επέτειος. Είναι όρκος. Όρκος ότι δεν θα ξεχάσουμε και δεν θα συνηθίσουμε. Γιατί η Ελλάδα ζει όσο θυμάται και τιμά τους ήρωές της».
Με τη συγκλονιστική αυτή ομιλία του στη Βουλή των Ελλήνων, ο Αντιπρόεδρος της ΝΙΚΗΣ δεν τίμησε απλώς τους ήρωες των Ιμίων. Κατέθεσε έναν πολιτικό λόγο εθνικής αξιοπρέπειας, ιστορικής ευθύνης και πατριωτικής συνέχειας, υπενθυμίζοντας ότι η εθνική κυριαρχία δεν είναι δεδομένο, αλλά διαρκές χρέος.
Έναν λόγο που δεν ανήκει στην απλή επικαιρότητα.
Ανήκει στην Ιστορία.








