Άγιος Παΐσιος – Άρθρο του Δρ Δημητρίου Γ. Μεταλληνού
Την περίοδο αυτή η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη ενός αγίου της εποχής μας. Του Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου και θα επιθυμούσα, ως ταπεινό μνημόσυνο, να καταθέσω ορισμένες προσωπικές μας εμπειρίες.
Την πρώτη φορά, που επισκέφθηκα τον Άγιό μας στην «Παναγούδα» ήταν το έτος 1986. Εκεί τον ανέμεναν άλλοι δώδεκα προσκυνητές. Ξαφνικά, εμφανίσθηκε στο μπαλκονάκι και κυριολεκτικά απογοητεύτηκα με την εμφάνισή του. Αντίκρισα αντί για έναν γίγαντα και επιβλητικό γέροντα, ένα μικρόσωμο και αδύνατο καλογεράκι, που μάλλον …χρειαζόταν τη δική μου βοήθεια! Ο εγωισμός του 18χρονου σ’ όλο του το μεγαλείο! Μάλιστα, με απογοήτευσε και η φράση του «δεν ανοίγω εάν δεν συμπληρωθούν τουλάχιστον δεκαπέντε άτομα». Δεν το εξέλαβα ως χιούμορ, αλλά δεν γνώριζα και το προορατικό του χάρισμα, αφού ενώ μας έστελνε με το σύρμα το κλειδί της εξώπορτας, κατέφθαναν άλλοι δύο προσκυνητές, με αποτέλεσμα να συμπληρώσουμε τον αριθμό δεκαπέντε.
Εισήλθαμε στον περίβολο. Καθίσαμε στους κορμούς δένδρων, που είχε ως καθίσματα και ξεκινήσαμε με το γνωστό αγιορείτικο κέρασμα (λουκούμι και νερό). Ξεκίνησε να μας μιλά για διάφορα θέματα. Όσην ώρα μιλούσε προετοίμαζα με τη σκέψη μου κάποιες ερωτήσεις, όπως «γιατί δεν επιτρέπονται γυναίκες στο Άγιον Όρος», «εάν αξίζει να σπουδάζει κάποιος φιλοσοφία», «με ποιο τρόπο θα αντιμετωπίσουμε τους σαρκικούς πειρασμούς», «γιατί μας απογοητεύουν οι ιεράρχες μας», «εάν επιτρέπεται να ασχολούμαστε οι χριστιανοί με τα πολιτικά» κ.ά. Την αρχική μου απογοήτευση από την πρώτη οπτική συνάντηση με τον Γέροντα, διαδέχθηκε η έκπληξη και ο θαυμασμός. Διότι απλά, δεν χρειάσθηκε να του θέσω κανένα ερώτημα. Μου τα απαντούσε όλα με τη σειρά, που τα περιεργαζόμουν εγκεφαλικά. Συγκεκριμένα, εκεί που μας μιλούσε για τη μη είσοδο των γυναικών στο Άγιο Όρος (1η μου ερώτηση), άλλαζε θέμα λέγοντας: «Τώρα θα μπορούσε κάποιος να με ρωτήσει, εάν αξίζει να σπουδάζει κανείς στις ημέρες μας και μάλιστα φιλοσοφία» (2η ερώτησή μου). Αυτό επαναλήφθηκε συνολικά επτά συνεχόμενες (!) φορές. Μου απάντησε σε επτά ερωτήσεις μου, τις οποίες δεν του έθεσα ποτέ, αλλά τις σκεφτόμουν την ώρα που απαντούσε. Με μία φράση, διαπίστωσα ότι διάβαζε την σκέψη μου! Το γεγονός αυτό, με εντυπωσίασε, αλλά μου δημιούργησε και μία αγωνία. Δεν μίλησα καθόλου για διάστημα μίας ώρας περίπου, που μας μιλούσε. Απλά σκεφτόμουν κι εκείνος απαντούσε αμέσως στις σκέψεις μου, στους λογισμούς μου. Στο τέλος, πήραμε όλοι την ευχή του. Τελευταίος, την έλαβα εγώ, με αγκάλιασε και μου είπε «Δημήτρη, θα περάσεις έναν μεγάλο πειρασμό στη ζωή σου, αλλά μην απογοητευτείς. Δεν θα σε εγκαταλείψει ο Θεός…». Για να είμαι ειλικρινής, χαιρόμουν τόσο πολύ με την αγκαλιά του, που δεν κατάλαβα τι μου είπε. Μάλιστα, δεν θορυβήθηκα καθόλου. Μετά από μία δεκαετία, που βρέθηκα στη δυσκολότερη φάση της ζωής μου, δύο χρόνια μετά την εκδημία του Γέροντα, μπορώ πλέον να αποκαλύψω, ότι στην απελπισία μου επαναλάμβανα συνεχώς τη φράση-παρακαταθήκη του Αγίου και αντλούσα δύναμη από τη θερμή αγκαλιά της γνωριμίας μας.
Το 1987 ξαναεπισκέφθηκα το Άγιον Όρος, μαζί με δύο Γερμανούς φίλους μου. Τον Μιχάλη, που είχε βαπτισθεί Ορθόδοξος και σπούδαζε Θεολογία στην Αθήνα και τον Κάι, που δήλωνε άθεος, φίλος του Μιχάλη. Μόλις φθάσαμε με το λεωφορείο στις Καρυές, ακολουθήσαμε το «καραβάνι» των προσκυνητών, που κατηφόριζε προς την «Παναγούδα», το κελί του Αγίου μας.
Πεντακόσια περίπου μέτρα πριν το κελί, συναντήσανε οι προπορευόμενοι τον Γέροντα, μέσα στο δάσος. Γύρισα στους δύο φίλους μου και τους είπα στα γερμανικά: «μη βιαστείτε να φύγουμε θα σας εξηγήσω μετά». «Γέροντα, πάμε καλά για το κελί του πατρός Παϊσίου;» ρώτησαν οι προπορευόμενοι τον άγιο. «Καλά πάτε. Ευθεία και θα το βρείτε» τους απάντησε. «Θα είναι εκεί ο γέροντας;» επέμεναν οι προσκυνητές. «Πηγαίνετε και θα έρθει…» απάντησε ο Γέροντας με σιγουριά.
Οι προσκυνητές συνέχισαν την πορεία τους, εκτός από εμάς τους τρεις. «Εσείς παλικάρια, δεν θα πάτε στον γέροντα Παΐσιο;» μας ρώτησε. «Όχι, γέροντα. Εμείς θέλουμε εσάς.», του απάντησα. «Πονηρέ, μου είπε, με γνωρίζεις!». Μου έκανε εντύπωση, ότι δεν με αναγνώρισε, γεγονός που εξέλαβα, ότι το διορατικό-προορατικό χάρισμά του ενεργεί με αγιοπνευματικά, δηλ. σωτηριολογικά κριτήρια κι όχι μαγικά ή κοσμικά. Του σύστησα τους δύο φίλους μου. Χάρηκε πολύ, με τον Μιχάλη, που ήταν Ορθόδοξος, αλλά απογοητεύθηκε με τον Κάι. «Καλά δεν μπορούσαν να σε ονομάσουν Άβελ και σε είπαν Κάιν;» τον ρώτησε. Του εξηγήσαμε, μαζί με τον Μιχάλη, ότι το «Κάι» συνηθίζεται στη Γερμανία και δεν έχει σχέση με το «Κάιν». Τότε τους ανέφερε τα εξής: «εάν εσείς οι Γερμανοί, μειώσετε το 100% της λογικής σας (ορθολογισμός) στο 90% και προσθέσετε 10% καρδιά, θα γίνεται όλοι Ορθόδοξοι». Ο Μιχάλης χάρηκε, διότι ανήκε σ’ αυτήν την κατηγορία των συμπατριωτών του. Επειδή έπρεπε να επιστρέψει στο κελί του, όπως υποσχέθηκε στους προπορευόμενους προσκυνητές, του ζήτησα να βγάλουμε μια φωτογραφία. «Όχι!» μου απάντησε κοφτά. «Άσε τις φωτογραφίες και να βλέπεις την ουσία των πραγμάτων» συνέχισε σε αυστηρό τόνο. Είχα τόσο θράσος και εγωισμό, που δεν απογοητεύτηκα. Αντίθετα μόλις πήγε να γυρίσει, του τράβηξα μία από τα πλάγια. Όταν μετά από δύο εβδομάδες, εμφανίσθηκε το συγκεκριμένα φιλμ στην Αθήνα, υπήρχε όλο το φυσικό περιβάλλον (δένδρα, θάμνοι, μονοπάτι) αλλά … έλειπε ο γέροντας! Χωρίς ευλογία, τίποτε! Στο κελί, που πήγαμε συναντήσαμε και τους υπόλοιπους, αλλά εμείς είχαμε πάρει ήδη την πνευματική μας δόση… Έλαβα την ευλογία του, να συνεχίσω σπουδές στην Ιστορία στη Νέα Υόρκη, αφού η γερμανική φιλολογία και φιλοσοφία με οδηγούσαν στη Γερμανία του Κάι(ν) κι όχι του Μιχάλη και του Γέροντα. Μας αγκάλιασε, μας σταύρωσε και αναχωρήσαμε.
Άγιε Παΐσιε, σε παρακαλώ, μη σταματάς να αγκαλιάζεις τον κόσμο μας…








