Ξημέρωμα Αγιότητας: Η σιωπηλή αναχώρηση του Αγίου Νικηφόρου του Λεπρού
Ήταν ξημερώματα της 4ης Ιανουαρίου 1964. Η Ελλάδα κοιμόταν ακόμη. Οι δρόμοι ήταν βυθισμένοι στη σιωπή, κι όμως, σε ένα ταπεινό κελί στον αντιλεπρικό σταθμό της Αγίας Βαρβάρας στο Αιγάλεω, η γη ένιωθε την αποχώρηση ενός Αγίου. Ο Άγιος Νικηφόρος ο Λεπρός, ο πνευματικός γίγαντας με το σωματικά φθαρμένο σώμα, ετοιμαζόταν να περάσει από το πρόσκαιρο στο αιώνιο.
Το κελί του ήταν λιτό, σχεδόν άδειο. Ένα απλό κρεβάτι, ένα εικονοστάσι με την Παναγία και τον Χριστό, και μια κανδήλα που τρεμόσβηνε καθώς ο νυχτερινός άνεμος από τη θάλασσα του Πειραιά περνούσε από τις χαραμάδες. Η νύχτα ήταν ψυχρή, όμως το πρόσωπο του Αγίου, παρά την εξάντληση της ασθένειας, ακτινοβολούσε μια ζεστασιά και μια γαλήνη που μόνο όσοι έχουν συμφιλιωθεί με τον Θεό μπορούν να φέρουν.
Δίπλα του στέκονταν λίγοι αδελφοί και νοσοκόμοι, άνθρωποι που τον υπηρέτησαν με αγάπη και σεβασμό. Ήξεραν πως η ώρα πλησίαζε. Ο Άγιος, ωστόσο, δεν έδειχνε φόβο. Με τη γνωστή του ταπεινότητα ψιθύριζε προσευχές, ζητώντας συγχώρεση όχι για τον εαυτό του, αλλά για όλους.

Ένας από τους νοσοκόμους, με δισταγμό, τόλμησε να τον ρωτήσει:
– «Πατέρα, πώς αισθάνεσαι;»
Ο Άγιος άνοιξε αργά τα μάτια του. Η φωνή του ήταν αδύναμη, μα γεμάτη βεβαιότητα:
– «Παιδί μου, μην φοβάσαι. Ο Χριστός είναι εδώ. Όλα είναι καλά. Να αγαπάτε, να συγχωρείτε, να εμπιστεύεστε τον Θεό.»
Η ανάσα του άρχισε να βαραίνει. Η ασθένεια είχε καταστρέψει το σώμα του, αλλά δεν είχε αγγίξει την ψυχή του. Τα μισάνοιχτα μάτια του έμοιαζαν να βλέπουν κάτι που κανείς άλλος δεν μπορούσε να δει.
Καθώς χάραζε η μέρα, η γαλήνη του χώρου έγινε σχεδόν απτή. Λίγο πριν την τελευταία του πνοή, κοίταξε το εικονοστάσι και χαμογέλασε ανεπαίσθητα.
«Πάω στον Κύριό μου… Μην θρηνείτε. Να ζείτε με χαρά και ελπίδα», ψιθύρισε.
Και τότε, η σιωπή. Το κεφάλι του έγειρε απαλά στο πλάι. Το πρόσωπό του έμεινε φωτεινό, ειρηνικό, σαν να κοιμόταν. Οι παριστάμενοι έμειναν ακίνητοι, ανίκανοι να αποχωριστούν τον άνθρωπο που είχαν αγαπήσει τόσο βαθιά.
Ξαφνικά, μια λεπτή ευωδία πλημμύρισε το κελί. Ήταν σαν άνοιξη μέσα στον χειμώνα, σαν αόρατο σημάδι της θείας παρουσίας. Κανείς δεν ένιωσε λύπη. Όλοι ήξεραν πως ο Άγιος είχε φύγει για τον ουρανό, αφήνοντας πίσω του μια κληρονομιά πίστης, υπομονής και αγάπης.
Σύντομα άρχισαν να διαδίδονται μαρτυρίες για θαύματα. Ένας ασθενής βρήκε θεραπεία. Άλλοι ένιωσαν ανεξήγητη ειρήνη στην καρδιά τους. Ο Άγιος Νικηφόρος, ακόμη και μετά την κοίμησή του, συνέχιζε να παρηγορεί και να ευλογεί.
Η ταφή του έγινε ταπεινά, όπως ο ίδιος είχε ζητήσει, στον χώρο του αντιλεπρικού σταθμού της Αγίας Βαρβάρας, δίπλα στην εκκλησία των Αγίων Αναργύρων. Το πρωινό εκείνο ήταν σιωπηλό, σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος. Ο ήλιος έλουζε απαλά τα βουνά της Αττικής, λες και η ίδια η φύση υποκλινόταν μπροστά στο μεγαλείο μιας ψυχής που έζησε αθόρυβα και έφυγε δοξασμένη.
Ο Γέροντας Ευμένιος, ο πνευματικός του αδελφός, στεκόταν δίπλα του κρατώντας τον μικρό σταυρό που ο Νικηφόρος κρατούσε στις ατέλειωτες ώρες προσευχής. Στα μάτια του δεν υπήρχε θλίψη, μόνο γαλήνη.
«Κοιμήθηκε ο Νικηφόρος μας», είπε σιγανά.
Στον απλό τάφο, χωρίς μεγάλες τελετές, οι άνθρωποι έφερναν λουλούδια. Τα δάκρυα έπεφταν στη γη, όχι από απόγνωση, αλλά από συγκίνηση. Όταν ο τάφος σφραγίστηκε, μια ανεξήγητη ευωδία απλώθηκε στον αέρα και όλοι έκαναν τον σταυρό τους ψιθυρίζοντας:
«Άγιος είσαι, Νικηφόρε».
Τα χρόνια πέρασαν, μα το φως του δεν έσβησε. Προσκυνητές μιλούσαν για θαύματα, για θεραπείες, για γαλήνη ψυχής. Η φήμη του ταξίδεψε μακριά, και ο τόπος που τον δέχτηκε έγινε καταφύγιο ελπίδας.
Το 2012, η Εκκλησία τον ανακήρυξε επισήμως Άγιο. Και τότε όλοι κατάλαβαν πως η ζωή του ήταν μια σιωπηλή διακήρυξη αγιότητας: ότι ο Θεός δοξάζει τους ταπεινούς, εκείνους που υπομένουν, αγαπούν και εμπιστεύονται, ακόμη και μέσα στον πόνο.
Ο Άγιος Νικηφόρος ο Λεπρός δεν λύγισε ποτέ. Έγινε φάρος ελπίδας για κάθε δοκιμαζόμενο άνθρωπο. Και από τον ουρανό συνεχίζει να σκορπίζει την ευλογία του, καλώντας μας να πιστέψουμε πως η αγάπη και η πίστη νικούν κάθε κακουχία.
Να έχουμε τις πρεσβείες του.
Ραφαήλ Φυτόπουλος








