Καποδίστριας & Τόπος – Άρθρο του Δρ Δημητρίου Γ. Μεταλληνού
Όταν αναφερόμαστε στον Ιωάννη Καποδίστρια, συνήθως ασχολούμεθα με τον πολιτικό, τον διπλωμάτη, τον Κυβερνήτη, τον άνθρωπο που βρέθηκε στα μεγάλα κέντρα της ευρωπαϊκής πολιτικής.
Στο παρόν άρθρο μας, θα επιχειρήσουμε να τον προσεγγίσουμε από μια διαφορετική σκοπιά. Να τον γνωρίσουμε μέσα από τη σχέση του με τον τόπο, τη γη, το τοπίο … την πατρίδα. Διότι πριν γίνει άνθρωπος της Ευρώπης, υπήρξε άνθρωπος ενός συγκεκριμένου τόπου. Υπήρξε Κερκυραίος και η Κέρκυρα δεν υπήρξε για εκείνον απλώς μια γεωγραφική συντεταγμένη. Ήταν ο τόπος της παιδικής μνήμης. Ο τόπος της οικογένειας, της γης, της προσευχής. Ο τόπος όπου το φυσικό τοπίο συναντούσε το εκκλησιαστικό και η οικογενειακή ζωή συναντούσε την παράδοση.
Στα παιδικά του χρόνια γνώρισε τη γη, όχι ως μια αφηρημένη έννοια, αλλά ως πραγματικότητα. Τη γη που καλλιεργείται, που δίνει καρπό, που απαιτεί κόπο, που συνδέει τον άνθρωπο με τον χρόνο. Κι εδώ συντελείται κάτι πολύ σημαντικό. Διότι, ο άνθρωπος που μαθαίνει από μικρός να βλέπει τη γη ως καρπό κόπου και ευθύνης, όταν αργότερα αναλαμβάνει την ευθύνη μιας πατρίδας κατεστραμμένης, δεν μπορεί παρά να δει και την ίδια την πατρίδα ως έναν ζωντανό τόπο που χρειάζεται θεραπεία. Έτσι, ο Καποδίστριας δεν αντιμετώπισε την Ελλάδα ως έναν χάρτη. Την αντιμετώπισε σαν ζωντανό σώμα. Εντός αυτής της παιδικής και οικογενειακής σχέσης με τη γη, ενυπάρχει και μια ακόμη διάσταση. Η προσωπική του σχέση με την Ιερά Μονή Πλατυτέρας και με το μετόχι της στους Ευρωπούλους. Για τον Καποδίστρια, ο τόπος δεν αποτελεί απλά φυσικό τοπίο. Είναι τοπίο κατοικημένο από τη μνήμη κι από την πίστη. Τοπίο όπου η πέτρα, το δέντρο, ο δρόμος, το σπίτι, η εκκλησιά και το μοναστήρι αποκτούν διαφορετική σημασία. Γι’ αυτό και στην ορθόδοξη εμπειρία ο τόπος μπορεί να καθαγιαστεί, όπως οι Άγιοι Τόποι, το Άγιον Όρος, τα Άγια Μετέωρα, η Αγία Πετρούπολη, η Αγία Ελλάδα… η αγία μονή της Πλατυτέρας.
Ερχόμενος το έτος 1828 στην καθημαγμένη και κατεστραμμένη (νότια) Ελλάδα ο Καποδίστριας, με πυξίδα την αγάπη του για την τοπικότητα, ασχολείται με την τοπική οικονομία και πρωτίστως με τη γεωργία, θέτοντας ως προτεραιότητα την καλλιέργεια της ελιάς, που μπορεί να θρέψει, να θερμάνει και να φωτίσει. Ο Καποδίστριας, όμως, δεν περιορίστηκε στη γεωργία, αλλά προχώρησε και στην οργάνωση του τόπου/πόλης. Στο συγκεκριμένο εθνικό του έργο, συνεργάζεται με τον μεγάλο Κερκυραίο πολεοδόμο και μηχανικό Σταμάτιο Βούλγαρη. Αυτό είναι ίσως ένα από τα μεγαλύτερα χαρακτηριστικά ενός πραγματικού πολιτικού: να μπορεί να κοιτάζει έναν τόπο όπως είναι, αλλά ταυτόχρονα να βλέπει και τον τόπο όπως θα μπορούσε να γίνει.
Ο Καποδίστριας αντιμετωπίζει την Ελλάδα ως γεωγραφία, που πρέπει να εξελιχθεί σε πολιτεία. Βλέπει την επικράτεια ως χώρο, που πρέπει να συνδεθεί. Βλέπει τις πόλεις ως οργανισμούς, που πρέπει να αποκτήσουν τάξη. Βλέπει την ύπαιθρο, ως παραγωγική δύναμη και το κράτος, όχι μόνο ως μια σημαία και ένα σύνταγμα, αλλά ως συγκεκριμένο χώρο, συγκεκριμένους ανθρώπους και συγκεκριμένες ευθύνες. Στο κομβικό αυτό σημείο συναντώνται τρεις έννοιες: ο πολίτης, η πόλη/τόπος και η πολιτεία, όπου: ο πολίτης κατοικεί την πόλη/τόπο, η πόλη διαμορφώνει τον πολίτη και η πολιτεία (οφείλει να) οργανώνει τον χωροτόπο, προκειμένου ο πολίτης να μπορεί να διαβιώνει με αξιοπρέπεια.
Τελευταίο σημείο και ίσως το πιο προσωπικό και συγκλονιστικό. Ο Καποδίστριας είχε και εξακολουθεί εκατόν ενενήντα πέντε (195) έτη μετά τη δολοφονία του (27.9.1831), να διαθέτει τον τόπο του. Έναν συγκεκριμένο τόπο. Έναν τάφο. Ένα μνήμα. Κι αυτό ίσως να αποτελεί μια μεγάλη αντίφαση της ανθρώπινης ιστορίας (του). Ο άνθρωπος που ταξίδεψε τόσο πολύ, που εργάστηκε σε τόσες χώρες, που γνώρισε τα μεγάλα κέντρα της Ευρώπης, που δημιούργησε την Ελβετία, που διέσωσε τη Γαλλία, που εργάστηκε στη Ρωσία, που επέστρεψε για να υπηρετήσει την πατρίδα του Ελλάδα, τελικά επιστρέφει και πάλι στον τόπο του. Στον τόπο της μνήμης. Στον τόπο της ταφής. Στη μονή της αενάου μετανοίας του. Στην αγκαλιά της Παναγίας Πλατυτέρας. Και τότε συνειδητοποιούμε, ότι ο τόπος δεν είναι απλώς εκεί όπου γεννιόμαστε. Ούτε μόνο εκεί όπου εργαζόμαστε. Τόπος μας, καθίσταται ο χώρος όπου παραμένει και διασώζεται η μνήμη (μας). Ο τάφος, αποτελεί ιστορικά τον τελευταίο και αιώνιο γεωγραφικό προσδιορισμό του ανθρώπου. Όχι, όμως, ως τέλος, αλλά ως προσμονή Αναστάσεως,
Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη απόδειξη της σοφίας του Καποδίστρια να βρίσκεται ακριβώς εδώ. Στο γεγονός, ότι δεν αντιμετώπισε τον τόπο επιφανειακά. Γιατί ο τάφος του δεν βρίσκεται κάπου τυχαία. Βρίσκεται στη μονή της Πλατυτέρας, υπό τη σκέπη της Υπεραγίας Θεοτόκου. Μέσα σ’ έναν τόπο προσευχής. Σ’ έναν τόπο, όπου η ιστορία δεν σταματά. Όπου οι άνθρωποι έρχονται και προσεύχονται. Έναν ιερό τόπο, που παραλάβαμε από τους πατέρες μας κι οφείλουμε να παραδώσουμε στα παιδιά μας.
Να μας αξιώσει ο Θεός, όπως αξίωσε τον εθνομάρτυρα Ιωάννη Καποδίστρια, να (ξαν)αγαπήσουμε τον τόπο μας. Να τον καλλιεργήσουμε. Να τον προστατεύσουμε. Να τον οργανώσουμε. Να τον παραδώσουμε καλύτερο. Και πάνω απ’ όλα, να μη χάσουμε ποτέ την αίσθηση, ότι πίσω από τον τόπο υπάρχει ο Δημιουργός του, πίσω από την ιστορία υπάρχει η ευθύνη, πίσω από τον τάφο υπάρχει η μνήμη, πίσω από τον θάνατο η Ανάσταση.
Ας είναι αιωνία η μνήμη του μεγαλύτερου νεοέλληνα, του Ιωάννη Καποδίστρια.







