«Εάλω η Πόλις»: Η τελευταία νύχτα της Κωνσταντινούπολης & η ηρωική θυσία του Παλαιολόγου
Η νύχτα της 28ης Μαΐου 1453 ήταν η πιο βαριά που είχε γνωρίσει ποτέ η Βασιλεύουσα. Η Κωνσταντινούπολη, η Βασίλισσα των Πόλεων, στεκόταν στο χείλος της καταστροφής. Τα τείχη της, που για πάνω από χίλια χρόνια είχαν αποκρούσει αμέτρητους εχθρούς, έτριζαν πλέον κάτω από τη μανία των οθωμανικών κανονιών.
Μέσα στην Αγία Σοφία εκτυλισσόταν μια σκηνή που κανείς δεν πίστευε ότι θα ζούσε. Για πρώτη και τελευταία φορά, Ορθόδοξοι και Καθολικοί, άρχοντες και απλοί στρατιώτες, γονάτισαν δίπλα δίπλα. Υπό το τρεμάμενο φως των κεριών, οι ψαλμωδίες ενώνονταν σε μια κοινή προσευχή για σωτηρία. Ήταν η ύστατη παράκληση μιας αυτοκρατορίας που έσβηνε.
Ο τελευταίος Αυτοκράτορας των Ρωμαίων, ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος, στάθηκε μπροστά στον λαό του. Δεν έταξε θαύματα ούτε νίκη. Με λόγια απλά αλλά αθάνατα, ζήτησε από τους υπερασπιστές να πολεμήσουν για τέσσερα πράγματα: για την πίστη τους, την πατρίδα τους, τις οικογένειές τους και τον βασιλιά τους.
«Μην αθημείτε, αδελφοί», είπε με φωνή σταθερή.
«Η πόλις εστί το καύχημα πάσης της οικουμένης».
Την ίδια ώρα, πάνω στα θεοδώρητα τείχη, ο άνεμος κουβαλούσε τη μυρωδιά του μπαρουτιού και της θάλασσας. Ο Ιωάννης Ιουστινιάνης, ο γενναίος Γενουάτης που είχε αναλάβει την άμυνα, παρατηρούσε το σκοτάδι απέναντι. Το στρατόπεδο του Μωάμεθ Β΄ είχε βυθιστεί σε μια ανατριχιαστική σιωπή πριν από την καταιγίδα.
Δίπλα του στεκόταν ο Γεώργιος, ένας νεαρός Κωνσταντινουπολίτης που δεν είχε συμπληρώσει καν τα είκοσί του χρόνια. Τα χέρια του έτρεμαν καθώς κρατούσε το σπαθί του.
«Θα αντέξουν τα τείχη, αφέντη;» ψιθύρισε.
Ο Ιουστινιάνης τον κοίταξε σιωπηλά για λίγες στιγμές.
«Έχουν αντέξει χίλια χρόνια, παιδί μου», αποκρίθηκε.
Όμως μέσα του γνώριζε την αλήθεια. Κανείς από τους προηγούμενους πολιορκητές δεν είχε στη διάθεσή του τη «Βασιλική», το γιγαντιαίο κανόνι του Ουρβανού, που ισοπέδωνε πέτρα και σίδερο σαν να ήταν άμμος.
Λίγο πριν χαράξει η 29η Μαΐου, η σιωπή έσπασε απότομα. Οι σάλπιγγες, τα τύμπανα και οι πολεμικές κραυγές χιλιάδων γενιτσάρων συγκλόνισαν τη γη. Η τελική επίθεση είχε αρχίσει.
Τα πρώτα κύματα των επιτιθέμενων αποκρούστηκαν με τρομερές απώλειες. Οι λιγοστοί υπερασπιστές πολεμούσαν σαν λιοντάρια πάνω στα αιματοβαμμένα τείχη. Μα η μοίρα της Πόλης είχε ήδη γραφτεί.
Στα τείχη των Βλαχερνών, μια μικρή βοηθητική πύλη -η θρυλική Κερκόπορτα- έμεινε αφύλακτη ή μισάνοιχτη. Λίγοι γενίτσαροι πέρασαν στο εσωτερικό και ύψωσαν τις σημαίες τους στους πύργους. Σχεδόν ταυτόχρονα, μια βολίδα τραυμάτισε βαριά τον Ιουστινιάνη στο στήθος. Όταν ο Γενουάτης διοικητής αποχώρησε αιμόφυρτος προς τα πλοία, ο πανικός άρχισε να εξαπλώνεται στους άνδρες του.
Και τότε ακούστηκε η κραυγή που πάγωσε τις καρδιές όλων:
«Εάλω η Πόλις! Εάλω η Πόλις!»
Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος είδε τις άμυνες να καταρρέουν. Κατάλαβε ότι το τέλος είχε φτάσει. Για να μη συλληφθεί ζωντανός, πέταξε τα αυτοκρατορικά του εμβλήματα -τον πορφυρό μανδύα και τα αετοφόρα πέδιλα— και τράβηξε το σπαθί του.
«Δεν υπάρχει ένας Χριστιανός να μου πάρει το κεφάλι;» φώναξε.
Δίπλα του έμειναν μόνο λίγοι πιστοί σύντροφοι: ο Θεόδωρος Καρυστηνός, ο Ιωάννης Δαλμάτης και ο εξάδελφός του, Θεόφιλος Παλαιολόγος, που όρμησε στη μάχη φωνάζοντας πως προτιμά να πεθάνει παρά να ζήσει σκλάβος.
Ο τελευταίος αυτοκράτορας ρίχτηκε στην πρώτη γραμμή, κοντά στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, εκεί όπου η μάχη ήταν πιο άγρια. Χάθηκε μέσα στο πλήθος των πολεμιστών, πολεμώντας όχι ως βασιλιάς, αλλά ως απλός στρατιώτης για την πόλη που αγάπησε μέχρι το τέλος.
Όταν ο ήλιος ανέτειλε πάνω από τον Βόσπορο, η χιλιόχρονη Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχε πια σβήσει από την ιστορία.
Η Αγία Σοφία βίωσε τη θλίψη της μετατροπής της, οι δρόμοι της Πόλης γέμισαν σιωπή και αίμα, και μέσα στις καρδιές των υπόδουλων Ελλήνων γεννήθηκε ο θρύλος του «Μαρμαρωμένου Βασιλιά» – η ελπίδα πως κάποτε ο τελευταίος αυτοκράτορας θα σηκωθεί ξανά για να επιστρέψει την Πόλη στο φως.








